Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

"Στον ύπνο του Ποιητή" :ο Ν.Γ. μας κουνάει το μαντήλι φεύγοντας από τα αιώνια δευτερόλεπτα

Και έγειρε στο πλάι πάνω στην άμμο
Ο ήλιος ένα μπόι πάνω από τα βλέφαρα
Άρχισε να μετράει τις τρύπες στα φυκοντυμένα βράχια
Σκοτεινά μάτια που τα χιόνιζαν οι φτερούγες των γλάρων
Ο θόρυβος απόμακρα μιας τράτας που έλαμνε στον αέρα
Γέμισε ο νους του πατημασιές

Και αργά έριξε άγκυρα μέσα του μελανό καράβι
Πήδηξε το πλήρωμα στην αμμουδιά με αξίνες
Πήδηξε το μαύρο αρνί το μαύρο το κριάρι
Έσκαψαν λάκκο και τον γέμισαν κρασί με αίμα
Σφάδαζαν τα ζώα μες στο θολό μυαλό του
Και αγάλια έφταναν οι νεκροί

Έστρωσαν απαλά τους ίσκιους τους στο ακρογιάλι
Κι έσπρωχνε με την απαλάμη του τη μάνα του μακριά
Την Τηρώ τη Χλώρη τη Φαίδρα την Αριάδνη
Πρώτα ήθελε να του μιλήσει ο γέρος
Που έλεγε παραμυθία για το Ταξίδι
Για το νησί που ήταν στημένος ο αργαλειός

Έτσι τον είχε συμβουλέψει το κορίτσι στην Αία
Που κάπνιζε Παριζιάνικα τσιγάρα
Κι από τον καπνό έφτιαχνε σχήματα χοίρων και λιονταριών
Καλά που είχε φάει τη ρίζα με τον κατάλευκο ανθό
Τον ενοχλούσε στον ύπνο ο μεθυσμένος Ελπήνορας
Πώς έφθασε μέχρι εδώ, αφού νεκρό τον είχε αφήσει

Μια μύγα τον τσίμπησε στο δέρμα
Μισάνοιξε τα ματιά – του φάνηκε σαν δάσος η αμμουδιά
Άφθονο ήπιε αίμα ο γέρος έσταζε αίμα πήρε λαλιά
Κάποιος θεός κόβει το δρόμο σου
Σαν τράπουλα τον ανακατεύει
Τον είχες βρίσει κάποτε στα Εξάρχεια

Κι ηρθε ίσκιος μουσκεμένος στο δάκρυ η μάνα του
Κι ήπιε με βιάση μια χούφτα αίμα - τόση βιάση
Να τον ρωτήσει αν ήταν καθαρά τα σεντόνια του
Αν άνοιγε τις μπαλκονόπορτες ν’ αεριστεί το σπίτι
Αν είχε δώσει τα χαλιά της στον χαλά
Αν κολυμπούσε στα ρηχά ή τα βαθιά

Ευτυχώς δεν είδε τον πατερά του
Ασφαλώς ζούσε με τη στολή του κηπουρού
Μακριά απο το παλάτι στους αγρούς
Και ξέθαβε τις σκουριασμένες νάρκες
Για να φυτέψει μαρούλια και ντομάτες
Γυμνός κατακαλόκαιρο ανάμεσα στ αγκάθια

Φούσκωσε η θάλασσα τον άγγιξε στα πόδια
Μετά μέχρι τα γόνατα τη μέση τα νεφρά
Ανέβη στο λαιμό του ανέβη στο κεφάλι
Τον σκέπασε και ξύπνησε πετάχτη ορθός
Μπροστά του ήταν καράβι
Στην πλώρη του η Μέδουσα τον κοίταζε στο φως

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Γράμμα σε έναν ανθρωπάκο. Ξέρει αυτός...

Αγαπητέ μου,
δεν θα μπορέσεις να φέρεις ποτέ το σύμπαν στα μέτρα σου.
Ακόμη κι αν είναι για το "καλό" του.
Αλλά σκέψου. Είσαι έξυπνος άνθρωπος. Ακόμη κι αν αυτό σου υποτασσόταν τότε δεν υποψιάζεσαι ότι αυτό θα σήμαινε την ίδια στιγμή και το τέλος σου;
Το ξέρεις. Οι άλλοι, οι άλλες, τα άλλα δεν θα μπορέσουν ποτέ να γίνουν υποχείρια της σκηνοθεσίας σου για τη ζωή. Και τότε, στην προσπάθειά σου να υποτάξεις τα ανυπότακτα περιορίζεται το νόημα όλης σου της ζωής, της εγκλωβισμένης πια, της μισής, της αιχμάλωτης, της δυστυχισμένης.
Τα καταφέρνεις μερικές φορές. Κερδίζεις σε υποχείρια. Χάνεις σε αξιοπρεπείς ανθρώπους. Σε αυτόν τον πόλεμο ανάξιου ενδιαφέροντος, έξυπνέ μου άνθρωπε, βαριέσαι.
Η μεγάλη σου σκηνοθεσία ακολουθεί τη φθορά του χρόνου και ξεθωριάζει. Νιώθεις ότι αδικείσαι, ότι οι άλλοι, οι άλλες, τα άλλα χάνουν από το μεγαλείο που σου αρνούνται.
Έχοντας την ισχυρή πεποίθηση ότι δεν αγαπάς τους ανθρώπους, όπως εξάλλου όλοι οι σκηνοθέτες, αποκτάω, ωστόσο, και την πεποίθηση ότι δεν είσαι έξυπνος άνθρωπος. Ναι δεν είσαι έξυπνος άνθρωπος.
Είσαι κουτοπόνηρο ανθρωπάκι.
Και σε εγκαταλείπω
με μια συμπάθεια που χάνεται αργά και σταθερά στο βάθος του οίκτου μου.
Γι' αυτό μερικές φορές δακρύζω όταν σε σκέφτομαι.


ΥΓ.
Ευτυχώς που δεν θα σκηνοθετήσεις ποτέ το σύμπαν. Ούτε συ ούτε κανένας άλλος.

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

"Υβριστική Ωδή" από τη ντουλάπα του Ν.Γ.

Εμείς δεν πολεμήσαμε
Μα κάρφωσαν τον πόλεμο
Στις πιο απίθανες σπηλιές του οργανισμου μας
Ένα τανκ ερπει στα γενετησια συμπραττομενα
Τα αιδοια εγιναν κρατηρες που ανοιξαν οι ναρκες
Η ουρηθρα εγινε ο τηλεθεατης ενός υποβρυχιου αεροπλανου

Εμεις δεν πολεμησαμε
Μα εχυσαν την ερημο στα μακαρονια μας
Οι διοικητες των σουπερ μαρκετ φορεσαν πολιτικα
Ο αρακας τρωγεται η εκτοξευεται
Οι δρομοι της πρωτευουσας ανακατασκευαστηκαν στο διαστημα
Για να μπορουν να μας πυροβολουν από ψηλα

Εμεις δεν πολεμησαμε
Όμως από τα ταβανια μας σταζει αιμα
Ένας μεταφυσικος ξυλοδαρμος περιβαλλει την αυρα μας
Λερωσαν το χιονι και εριξαν στη καταψυξη εκρηκτικα ψαρια
Η γρια που πουλαει φυστικια στο δρομο
Ειναι γυναικα του μεσιτη που θελει να πουλησει τον πλανητη

Εμεις δεν πολεμησαμε
Γιατι εχουμε ειρηνη
Που είναι ντυμενη σκονη στα σκοταδια της κουζινας
Και αλλοτε κρυβεται και ψηνεται στη σχαρα
Μεταμφιεσμενη σαν αδελφοσυνη
Και αλλοτε μπλε σκαραβαιος αναμεσα στα μαχαιροπηρουνα

Εμεις δεν πολεμησαμε
Κάθε μπαλκονι εχει ένα πεζοναυτη που φυλαει τα συνορα
και ειρηνικα τμηματα πανοπλου στρατου
Ποτιζουν τις γλαστρες στις πολυκατοικιες
Οπου φυτρωνουν λουλουδια θεσπεσια λουλουδια
Απλωνουν τις φαρμακερες ριζες τους και κατατρωγουν το τσιμεντο

Εμεις δεν πολεμησαμε
Και ο αναρθρος λογος του εναεριου σκυλοψαρου
Που σου ξεκολλαει το δερμα αγαρμπο χαδι
Βγαζοντας τα εντερα ξεκοιλιαζοντας σε
Λουριδες λουριδες σαν ενδοξη σημαια των πεδιων
Με μια γαλανολευκη νεκροκεφαλη πειρατικου πλοιου της δικαιοσυνης

Εμεις δεν πολεμησαμε
Το αλφαβητο εγινε ενας υπουλος μηχανισμος ισοτητας
Που προστατευει από το κρυο τη βροχη το κεραυνο και τις πλημμυρες
Εκθέτοντας σε στη χαοτικη συνυπαρξη με τον αφαντο Αλλον
Ενώ τα χελιδονια προσπαθουν να κλαδεψουν τις στεγες των νοσοκομειων
Και να φανε τις πλακες των ταφων γιατι δεν υπαρχουν ουτε αρρωστοι ουτε νεκροι

Εμεις δεν πολεμησαμε
Γιατι μονο στον ερωτα μπορουμε να βαλουμε σταυρο στα ψηφοδελτια
Μασκαρεμενος σε κατι το εναστρο σαν πορνογαλαξιας
Γιατι παντα είναι Αποκριες παντα είναι ειρηνη
Και ο γυφτοος χτυπα τρελα δαιμονισμενα χαρουμενα ασταματητα
Μεχρι να σκασει η αρκουδα να σωριαστει ξεχειλη από ελευθερια

Το ντεφι του