Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

καφέδες, τσιγάρα, χειμωνιάτικο πρωί

καφές και τσιγάρα, το ένα μετά το άλλο, οι γιαγιάδες λένε να προσέχεις τις μέρες του χειμώνα που έχει ξαστεριά γιατί κατεβάζουν κρύο, οι παγκόσμιες κυριακές έχουν πάντα κάτι από την κούρα της εβραϊκής παράδοσης, μοναξιάρης πρέπει να γίνεσαι για να περάσεις από τις καταναλώσεις παρουσίας στην αξιοποίηση τους, και οι περισσότερες στιγμές της μοναξιάς ανήκουν στην θλίψη, που εμφανίζεται λες απ’ το παράθυρο σαν απρόσκλητος επισκέπτης και σαν στο δικό της χώρο κυριαρχεί στις σκέψεις, στις μουσικές, στις στιγμές που πας προς το παράθυρο και κοιτάζεις έξω, κοιτάζεις έξω σαν να αναζητάς κάποιο έρεισμα της πραγματικότητας για να ακολουθήσεις το νήμα του, να το βάλεις μέσα σου, πολλές φορές για να κοροϊδέψεις τις εικόνες και τις λέξεις που χωρίς να μιλάει η θλίψη απλώνει σαν άσπρο σεντόνι στο δωμάτιο, που πέφτει από ψηλά, κυματίζει και σε τυλίγει, είναι κάποιες λέξεις δικών σου ανθρώπων που νιώθεις ότι δεν σε κατάλαβαν, ότι δεν τους κατάλαβες, είναι το άπειρο αίμα που χύνεται άσκοπα και άφθονο σε αυθεντικούς πολέμους, μπορεί κοντά, μπορεί και χιλιόμετρα μακριά, δεν έχει σημασία, σημασία έχουν συνήθως τα πράγματα ως εκεί που φτάνει το μάτι ή το χέρι ή οι μυρωδιές, κι αν σκεφτούμε τι συμβαίνει τώρα που κοιτάμε έξω από το παράθυρο τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή, ίσως η τελευταία αναλαμπή ζωής στα μάτια κάποιου «συνανθρώπου», το κλάμα ενός βιασμού, τα βήματα σε ένα κελί, το χάσιμο ενός τριτοκοσμικού σε μια ερημιά που με το μπιτόνι στο χέρι αναζητάει λίγο νερό, για να τραβήξουμε την κουρτίνα, να κλείσουμε το φως απ’ έξω, να κάτσουμε απέναντι στη θλίψη με ψηλά το κεφάλι, τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε για να μην τρελαθούμε, έχουμε επίγνωση των ορίων μας, είμαστε γαμημένα θνητοί, κι είναι μαλακία αυτό που λέγαν κάποιοι πρόγονοι, ότι οι θνητοί δεν έχουν όρια, ότι όρια έχουν μόνο οι θεοί, γιατί τι θα απαντούσαν στη θλίψη τους, καθώς άπλωνε το σεντόνι της στο δικό τους δωμάτιο, λοιπόν κάνουμε ότι μπορούμε; κάνουμε ότι μπορούμε; δεν μπορούμε να κάνουμε ότι μπορούμε, μπορούμε, θέλουμε, γαμημένα ρήματα, γαμημένο πρώτο πληθυντικό, εντάξει, δεν έχουμε και πολλά περιθώρια, αλλά τώρα το αίμα τρέχει τραγικά μαύρο, παρακάμπτει τη δικαιοσύνη των Δικαστηρίων, κυλάει εκεί που περπατάμε καθημερινά, πολύ κοντά, και συνεχίζουμε λοιπόν, τι μπορούμε να κάνουμε για να μην τρελαθούμε, τρέχουμε ολημερίς συμβιβάζοντας τις αντιφάσεις της θνητότητας μας, επωμισμένοι μιαν γεμάτη με τους ίδιους συμβιβασμούς ιστορία, χωρίς σχεδόν καμιά βοήθεια, σχεδόν μόνοι, παίρνουν γνωστοί τηλέφωνο για να τους δούμε, λέμε «τρέχουμε», τρέχουμε για να είμαστε αξιοπρεπείς απέναντι στη θλίψη μας, για να μην τρελαθούμε, να κάνουμε ότι μπορούμε, και μας τρελαίνει ακόμη περισσότερο γιατί ο αέρας γίνεται όλο και πιο βαρύς και λίγος, στριμωχνόμαστε, κι αυτοί που ρυθμίζουν τον αέρα μας, αυτοί που βιάζουν κι εξοντώνουν, αυτοί που χλευάζουν, βάζουν τις λέξεις τους στα στόματα των δικών μας ανθρώπων, έτσι μας ρυθμίζουν τον αέρα, κι ετοιμάζουν τους θαλάμους με τα κάγκελα για να σωθούν από την τρέλα μας, γιατί μόνο τον αέρα μας μπορούν να περιορίσουν, δεν μπορούν να καταλάβουν τον διάλογο μας με τη θλίψη, κι εμείς προσπαθούμε να κάνουμε ότι μπορούμε μέχρι τουλάχιστον τη σφαίρα της εμπειρίας μας, να απαντήσουμε, να τους ξεφύγουμε, να τους πονέσουμε απλά ίσως και μόνο υπάρχοντας, έχουμε να αντιμετωπίσουμε σχεδόν όλα τα μέτωπα στη σφαίρα της θνητότητας μας, είμαστε σχεδόν μόνοι, κανείς δεν μας κρατάει το χέρι, και σκεφτόμαστε πως απαντάνε οι άλλοι άνθρωποι στη θλίψη τους, κι αν δεν την νιώθουνε τι την έχουνε κάνει, πού την στείλανε, πώς γλιτώνουνε την τρέλα, και καταλαβαίνουμε ότι μόνο προνομιούχοι δεν είμαστε απέναντι τους, γιατί δεν είμαστε μόνο θλίψη, αλλά η θλίψη είναι ένα μόνιμο χρώμα στην παλέτα της ζωής μας, στα ηλιοβασιλέματα, στις σιωπηλές στιγμές στο κρεβάτι του έρωτα, στις κραυγές χαράς όταν στη θέα ενός άγριου ποταμού μας κόβεται η ανάσα, λοιπόν κάνουμε ότι μπορούμε, και άραγε να το γράφω συνέχεια γιατί δεν πείθομαι ούτε εγώ ο ίδιος; έτσι κι αλλιώς κανείς δεν τελειώνει την ύπαρξη του εκεί που τελειώνει το δέρμα του, απαντήστε και για μένα λοιπόν, κάνουμε ότι μπορούμε, χειμωνιάτικο πρωί, καφές και τσιγάρα και μια θλίψη που θέλω να την γονιμοποιήσω, να γίνει γόνιμη κι ας γεννήσει αυτό που φοβάμαι, ας γεννήσει την ίδια την τρέλα, την τρέλα, με νιώθετε, με νιώθετε...με νιώθετε; Κάπου τόσο συγκεκριμένη είναι η αλληλεγγύη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: