Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Τι ήθελα να πω;

Οι γαμημένες λέξεις αλλαξοπίστησαν, χτύπησαν στο φλοιό του ύφους σου και δείλιασαν, μετά γύρισαν πίσω θρασίμια, έτοιμες να δικαιολογήσουν τα πάντα, έτοιμες να πηδήξουν σε άλλο νόημα, σε άλλη έννοια, να τονώσουν το δίκιο της σιωπής, να τιμήσουν για μια ακόμη φορά την ανάπηρη Αυτάρκεια, οι γαμημένες λέξεις που δεν σπρώχνουν ποτέ τον αέρα των φωνητικών χορδών, που δεν γνωρίζουν ποτέ τα παιχνίδια της γλώσσας, που δεν αντανακλώνται ποτέ στα αυτιά που τις «προκαλούν», αυτοχειριασμένες ανοησίες, που δεν ακούγονται ποτέ, ή που χάνονται στην αθλιότητα του ψιθυρίσματος και στη μιζέρια της μουρμούρας, που αρκούνται σ’ ένα μάταιο νοητικό αυτιστικό νεύμα μπροστά στον καθρέφτη, που δεν είναι ποτέ εκεί που τις περιμένουν όπως όπως για να προσφέρουν μια ανάσα στοιχειώδους επιβεβαίωσης, οι άνθρωποι να φεύγουν μετέωροι και οργισμένοι από κοντά σου για την έμμονη αδράνεια από την ουσία των βημάτων και των χειρονομιών σου, και μπορεί να μένεις απελπιστικά μόνος μέσα στην ομηρία των ανείπωτων λέξεων, όλα θα ήταν αλλιώς αν τα άφηνες στην μητρική τους απλότητα, αν έπαιρνες μια βαθιά ανάσα που θα αλάφραινε την δυσκολία, αν χαμογελούσες με μια γλύκα που θα εξόριζε την απαγορευτική πολυπλοκότητα, και μη νομίσεις ότι αναφέρομαι στις «λέξεις», υπάρχουν και οι χειρονομίες, οι ζωγραφιές, τα ιερογλυφικά, οι χαρακιές στο ξύλο, στο σίδερο, στο σώμα, τα πυροτεχνήματα, ο χορός, οι κωλοτούμπες, που μπορεί να γίνονται αλλά δεν βλέπονται ποτέ, δεν δείχνονται ποτέ, δεν φαίνονται ποτέ εκεί που πρέπει να ιδωθούν ή να φανούν, μένουν «ορφανές επιδείξεις», ταλαιπωρούν με την αδυναμία της εκπλήρωσης, ταλαιπωρούν με την ηχηρή τους ματαιότητα, σαπίζουν μέσα στη γελοιότητα τους, πεθαίνουν αργά κι ανεπαίσθητα, ήσυχα, σε μια γωνία μαζί με τα πράγματα και τις εκδοχές που θα προκαλούσαν, μια διαρκής τραγικότητα παράλληλη με την ίδια τη ζωή, μια άλλη ζωή, τοπία που χάθηκαν στην θολούρα των ενδεχόμενων, ένα σύνολο από κατευθύνσεις που δεν επιλέχθηκαν ποτέ, πέφτει το σκοτάδι, έρχεται το όνειρο και ο εφιάλτης, κι αυτά τα τοπία της ζωής, που είναι πιο επικίνδυνα μέσα στην θολούρα τους, έρχονται μέσα από την ασφάλεια των ενδεχόμενων, των ανεκπλήρωτων εκδοχών, έρχονται στη χώρα του εσωτερικού σκότους, για να επιτεθούν στα οχυρά της αυτοπεποίθησης, να γεννήσουν αμφιβολίες εφ’ όλης της ύπαρξης, για να σε τρελάνουν οι αφαιρέσεις που σου ζητάνε το λόγο ενώ δεν έχουν το «δικαίωμα», και αθροίζονται, αθροίζονται, συγκροτώντας μια «έρημη χώρα» χαμένη μέσα στο εσωτερικό σκότος, μια χώρα μέσα σε μια άλλη χώρα, ένας ανεκπλήρωτος κόσμος ανεξερεύνητος μέσα στην αδυναμία του, όχι απαραίτητα ανταγωνιστικός αλλά εκνευριστικά παρών, είσαι εσύ και πάλι εσύ μέσα σε όλα, σ’ αυτά που αγγίζεις, που οσμίζεσαι και βλέπεις, αλλά και σ’ αυτά που αχνοφαίνονται, τις νεράιδες, τα στοιχειά, ό,τι σε κάνει να είσαι ένα μυστήριο, ένα οδυνηρό μυστήριο για όλους, ένα ανυπόφορο μυστήριο, αυτές οι ανείπωτες «λέξεις» είναι η ομηρία των εκδοχών σου, η αχίλλειος πτέρνα της «αυτογνωσίας», ο λόγος που μπορεί να υψώσεις τη γροθιά σου στο σύμπαν χωρίς να ρωτήσεις γιατί, χωρίς να περιμένεις απάντηση, γιατί τα σύμπαν δεν είσαι μόνο εσύ, κι οι άλλοι τι λόγο έχουν για τις ανείπωτες «λέξεις», ποια είναι τα όρια σου στο σύμπαν, στο σύμπαν των «άλλων», πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζουν οι «άλλοι», κι αναρωτιέσαι από πού πηγάζει η αδυναμία σου, τι συναντούν οι θρασύδειλες λέξεις και γυρίζουν πίσω, από πού αντλούν το επιχείρημα της διακριτικότητας χωρίς να έχει εκφραστεί κάποιου είδους παραβίαση, και τώρα πώς θα γίνει να περπατήσεις στο ίδιο σου το μυστήριο, ένας αξιοδάκρυτος θνητός χωρίς τους «άλλους», χωρίς «άλλους», πάμφτωχος από ύπαρξη μπροστά σ’ ένα καθρέφτη, διαρκώς, η διαρκής αντανάκλαση μιας ανεξερεύνητης αδυναμίας, η διατήρηση της θλιβερής γοητείας ενός μυστηρίου, και μια εμμονή για προσπέραση, και μια απορία για το τι θα επακολουθήσει, ποιες ανείπωτες «λέξεις» θα προστεθούν στην ειρωνική χώρα, μια απορία αν υπάρχει μια «λέξη» κλειδί που θα απελευθερώσει το παρελθόν, θα καθάρει το μυστήριο και θα εκδικηθεί για όλα τα εσωτερικά σκοτάδια του σύμπαντος σου, αν θα’ ναι μια στιγμή ή ο οδυνηρός χρόνος ενός τοκετού.

5 σχόλια:

. είπε...

ο χρόνος αδιαφορεί για τις ρυτίδες
κυνισμός της φωτιας το δέρμα του
ρυακια του χάους η ματιά του
ο χώρος του είμαι εγώ και τα βήματά μου, ή μη

ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ...

... είπε...

Αν ο χώρος του χρόνου είμαι εγώ και τα βήματά μου όπως λες γιατί να μην είναι χρόνος και οι ρυτίδες μου και επομένως πώς να αδιαφορεί ο χρόνος για κάτι που είναι ο ίδιος;
Ο χρόνος μάς έχει μέσα του ή εμείς έχουμε το χρόνο μέσα μας;
Η αναφορά στη φωτιά έχει να κάνει με τη φράση: "καλύτερα να καούμε παρά να σβήσουμε" ή είναι αυστηρά συνειρμική και ως εκ τούτου βαθιά υποκείμενη σε προσωπικούς κώδικες;
Έχεις σκεφτεί ότι η φράση ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ δηλώνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που φαίνεται ότι θέλει να πει;
Τί συμβαίνει; Είσαι μήτρα ερωτήσεων έτσι απλά ή μπορείς και διακρίνεις κάτι σημαντικό με τα αισθητήριά σου πράγμα που σε κάνει να φαίνεσαι ανερμάτιστο/η;

a είπε...

ο χρονος δεν εισαι εσυ,οι ρυτιδες ειναι δικες σου.Προφανως και επιδρα πανω σου αλλα αδιαφορει γι αυτο οπως και η φωτια για το τι θα καψει.Η φραση ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ειναι ειρωνικη, οποτε και γνωριζω το οξυμωρο της εννοιας της σε σχεση με τη χρηση της.Τον χαρακτηρισμο "ανερματιστος/η" δεν θα τον σχολιασω.Ενα μοιρασμα μονο.Τοσο απλα.

έχει σημασία; είπε...

Αγαπητέ/ή μου έγραψα ότι "φαίνεσαι" ανερμάτιστος/η και μάλιστα ότι αυτό είναι παράγωγο του ότι μπορείς να διακρίνεις κάτι σημαντικό με τα αισθητήρια σου (που εγώ προφανώς αδυνατώ). Ο τρόπος που κάποιος διαβάζει τις λέξεις είναι ένας από τους πολλούς που στην ουσία του επιτρέπουν οι ίδιες οι λέξεις. Δεν ξέρω αν ο τρόπος που σε διάβασα σε ξενίζει αλλά σε εμένα λειτούργησε γόνιμα. Ερωτηματικά...
Οπότε το μοίρασμα είναι δεδομένο.

L είπε...

If i could have one wish, as in the fairytales
i would unmake my past kai rise like Lazarus
and stand in sunlight and banish all the dark that locked my face away
and say to you again, oh that?that was only time....