Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

προβοκατόρικα

ΖΕΥΣ. –Βγάλε άλλον στο παζάρι.

ΕΡΜΗΣ. –Θέλεις αυτόν τον Αθηναίο το λογά;

ΖΕΥΣ. –Ναι, βέβαια.

ΕΡΜΗΣ. –Πλησίασε εσύ. Βίο ενάρετο και συνετό βγάζουμε στο παζάρι. Ποιος θ’ αγοράσει την άκρα αγιοσύνη;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Πες μας σε τι ειδικεύεσαι;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Είμαι εραστής των αγοριών και κατέχω την τέχνη του έρωτα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Πώς λοιπόν να σ’ αγοράσω; Εγώ χρειάζομαι παιδαγωγό για το γιο μου που’ ναι ωραίο αγόρι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Και ποιος μπορεί να’ ναι πιο κατάλληλος από μένα για να συναναστρέφεται ένα όμορφο αγόρι; Γιατί εγώ δεν είμαι εραστής σωμάτων` το κάλλος της ψυχής με ενδιαφέρει. Και πίστεψε με: ακόμα κι αν τ’ αγόρια πλαγιάσουν πλάι μου κάτω από το ίδιο σκέπασμα, κανένα δεν θα πει ποτέ πως έπαθε κακό από μένα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Απίστευτα πράγματα λες: πώς είναι δυνατόν ένας εραστής των αγοριών να μην ασχολείται παρά με την ψυχή και μάλιστα ενώ όλα είναι στο χέρι του καθώς πλαγιάζει κάτω από το ίδιο σκέπασμα;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Έ λοιπόν, σου ορκίζομαι στον σκύλο και στον πλάτανο πως έτσι έχει το πράγμα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Για τ’ όνομα του Ηρακλή! Τι παράξενες θεότητες!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Έτσι νομίζεις; Δεν πιστεύεις ότι ο σκύλος είναι θεός; Δεν έχεις ακούσει για τον Άνουβη της Αιγύπτου τι μεγάλος θεός είναι και για τον Σείριο που είναι στον ουρανό και για τον Κέρβερο του Κάτω Κόσμου;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Έχεις δίκιο, εγώ έκαμα λάθος. Πες μου όμως, ποιος είναι ο τρόπος της ζωής σου;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Κατοικώ σε μια πόλη που έφτιαξα εγώ για τον εαυτό μου` χρησιμοποιώ ένα νέου τύπου πολίτευμα και εφαρμόζω τους δικούς μου νόμους.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Θα ήθελα ν’ ακούσω έναν από τους νόμους σου.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Άκου λοιπόν τον πιο σπουδαίο, τι αποφάσισα για τις γυναίκες: καμιά απ’ αυτές να μην ανήκει σε έναν μόνο άνδρα, αλλά να τις έχει όποιος τις ποθεί.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Θέλεις να πεις ότι έχεις ακυρώσει τους περί μοιχείας νόμους;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Ναι, μα τον Δία` κι αυτούς και όλη τη μικρολογία για κάτι τέτοια.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Και τι έχεις αποφασίσει για τα όμορφα αγόρια;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Τα φιλιά τους θα είναι έπαθλο των πιο γενναίων που θα έχουν κατορθώσει κάτι λαμπρό και παράτολμο.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Πω πω, τι γενναιοδωρία! Αλλά πες μου, ποια είναι η ουσία της φιλοσοφίας σου;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Οι «ιδέες» και τα αρχέτυπα των όντων` όλα όσα βλέπεις δηλαδή, η γη, τα επί γης, ο ουρανός, η θάλασσα, όλα αυτά έχουν εικόνες αφανείς έξω από το σύμπαν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Κι αυτές πού βρίσκονται;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Πουθενά` γιατί αν ήταν κάπου, δεν θα υπήρχαν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Δεν τα βλέπω αυτά τα αρχέτυπα που λες.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Και βέβαια όχι` γιατί είσαι τυφλός στα μάτια της ψυχής. ΄Εγώ όμως βλέπω τις εικόνες όλων και την αόρατη δική σου εικόνα, και τη δική μου, και γενικά βλέπω διπλά τα πάντα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Ε λοιπόν λεω να σε αγοράσω` είσαι σοφός και οξυδερκής. Για να δούμε, κήρυκα, πόσο μου τον αφήνεις;

ΕΡΜΗΣ. –Δώσε δυο τάλαντα.

Πρόκειται για ένα απόσπασμα από την κωμωδία του Λουκιανού: δημοπρασία φιλοσόφων, 1ος αι. μ.Χ. Αν και είναι σημαντική μια προσοχή στο ύφος και τις ερωτήσεις του αγοραστή, που ενδιαφέρεται να αγοράσει τον Σωκράτη, στο προκείμενο δεν έχει και τόση σημασία αυτό το απόσπασμα. Δεν έχει και τόση σημασία εκτός από ένα υπολανθάνον και φαινομενικά άσχετο ερωτηματικό που θα μπορούσε να μας τεθεί: σε έναν αντίστοιχο διάλογο, αν παρακάμψουμε τα κίνητρα, ποια είναι τα πλεονεκτήματα του κόσμου μας, που θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε, βρισκόμενοι στην αντίστοιχη θέση του «φιλοσόφου»; Παρακάμπτουμε τα αργυρώνητα κίνητρα ενός τέτοιου διαλόγου, γιατί έχουν την δυνατότητα να τον ακυρώσουν. Αν όμως σκεφτούμε κάποια άλλα κίνητρα να βάλουμε στην θέση τους, θα δούμε ότι όχι μόνο είναι λιγοστά, αλλά και ότι ίσως δεν υπάρχουν. Εδώ και καιρό έχουμε διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι έχουν πάψει να συζητούν, γιατί δεν ενδιαφέρονται να συζητήσουν, δεν βρίσκουν κάποιο κίνητρο για ένα δεκτικό διάλογο. Ένα το κρατούμενο. Από αυτή τη διαπίστωση και μετά τίποτε δεν λειτούργησε στο να αποτρέψει τη διαδικασία αυτής της συνθήκης, κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι γεννήτριες της εξατομίκευσης έκτοτε «ανέβασαν τις στροφές τους» κατά πολύ. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας –που δεν μπορεί ποτέ να είναι οριακή- και την εξάπλωση-κοινωνικοποίηση των μηχανών της εικονικής πραγματικότητας, οι άνθρωποι θα μπορούν να «ζουν» ό,τι γουστάρουν, θα μπορούν να μπαίνουν μέσα στην ίδια την εικόνα της αλλότριας φαντασίας τους , να σχεδιάζουν όποιο τριπάκι θέλουν και να το «βιώνουν» ανενόχλητα και με «ασφάλεια». Μοναχικά, ατελεύτητα και με αυτάρκεια. Κανείς βέβαια, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μετά και από αυτό έχουν τελειώσει όλα. Πόσο μάλλον όταν όλα εξελίσσονται σε μια κοινωνία με τρομερή κοινωνική ανισότητα, στην οποία ελάχιστοι μπορούν να έχουν πρόσβαση στις τελευταίες εξελίξεις της τεχνολογίας. Δεν είναι όμως αυτό το πρόβλημα. Οι φτωχοί και κολασμένοι γνωρίζουμε πολύ καλά πως συμπεριφέρθηκαν μέσα στην κοινωνία του θεάματος. Η επιστήμη της χειραγώγησης μέσω της εικόνας πέρασε από «ανοιχτές πόρτες», από ανοιχτές -σε τέτοιου είδους εξελιγμένες κυριαρχικές διεισδύσεις– συνειδήσεις και αναπαράχθηκε με ελάχιστες έως και ασήμαντες αντιστάσεις. Και τώρα που μετά τις συγκινήσεις των εικόνων, έρχονται οι έξτρα ούλτρα συγκινήσεις της εικονικής πραγματικότητας, οι υπήκοοι βλέπουν σ’ αυτές μια καινούργια προοπτική ιδιοποίησης, άσχετα αν δεν βρίσκεται στο άμεσο οικονομικό βεληνεκές τους. Θα ενδιαφέρονται να μάθουν τα πάντα για την εικονική πραγματικότητα διαρκώς έως ότου να την ζήσουν και να την ζουν. Μπαίνουν σε μια επιβεβλημένη χρονική διαδρομή με σημείο αναφοράς την επιτέλους «πραγμάτωση των επιθυμιών τους», έστω και με την προϋπόθεση να ανήκουν σε μια μηχανή, να είναι εξάρτημα της. Γιατί να σε ακούσει λοιπόν ο υπήκοος, αν τον βάλουμε στη θέση του «αγοραστή»; Τι έχεις να του προσφέρεις στον αντίποδα όλων αυτών των ορθολογικών «θαυμάτων» που ζει, ή που μπορεί κάποτε –και ίσως είναι η μόνη του μάχιμη προοπτική- να ζήσει; Υποθέτω ότι το πιο βασικό είναι η συνείδηση του αγώνα για την κατάκτηση της ελευθερίας του. Μια αναφορά στην ελευθερία, την οποία παραδόξως δεν μπορείς να ορίσεις γιατί με αυτόν τον τρόπο την καταργείς. Ταυτίζεται η ελευθερία με την ανάσα, με τους παλμούς της καρδιάς, τις «εκλύσεις» της φαιάς ουσίας, το είναι.

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟΣ ΥΠΗΚΟΟΣ. –Μα είμαι ελεύθερος, δεν με πειράζει κανείς, εκτός κι αν παραβώ τους νόμους, αν πειράξω τον διπλανό μου.

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΕΣΥ. –Δηλαδή δεν νιώθεις κανένα περιορισμό πριν καν και χωρίς να πειράξεις τον διπλανό σου;

Μ.Υ. –Όχι! Εκτός κι αν εννοείς την συνείδηση μου, τις ενοχές, τις αναστολές μου.

Αναγκαστικά ακολουθεί μια προσέγγιση της ελευθερίας και των περιορισμών στη βάση ενός αδιέξοδου ψυχολογισμού. «Άμα ο άλλος δεν νιώθει...γάμησε τα!». Δεν είναι βέβαια ότι δεν νιώθει. Είναι ότι απ’ αυτά που γνωρίζει είναι πεισμένος. Έχει ενσωματώσει τον περιορισμό και αυτοελέγχεται. Μπορείς από μια άλλη ίσως αφετηρία να του αντιπαραβάλλεις μια καθημερινή ζωή που επαναποικειοποιείται την αυθεντικότητα της. Τη δυνατότητα να κριτικάρει τις αυτονόητες καθημερινές του κινήσεις, να αποκαλύψει τις δυνατότητες του αυθεντικού βιώματος των στιγμών, να ενδυναμωθεί μέσα από την συλλογική δημιουργία και την αλληλεγγύη και να πλήξει καίρια τους κυρίαρχους αυτού του ανορθολογικού κόσμου. Πάλι φαντάζομαι ότι μπορείς να φτιάξεις το διάλογο που θα ακολουθήσει μόνος σου, τι θα πει για όλα αυτά, αν και πως τα καταλαβαίνει ο Μ.Υ. και τι θα απαντήσεις Ε.Ε. Η ψευδοαπόλαυση της υλικότητας αυτού του πολιτισμού είναι για τους Μ.Υ. μια πραγματικότητα απολαβής. Η υλικότητα των δικών μας προταγμάτων είναι μηδαμινή και πηγάζει από την οικονομία της συλλογικής ζωής. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι οι Μ.Υ. συνήθως αντιλαμβάνονται την ειλικρίνεια μας. Και είναι το πεδίο της άμεσης ειλικρίνειας όπου θα δοκιμαστούν τα προτάγματα μας και η ποιότητα της πειθούς μας «για να πάρει ο άλλος την ζωή του στα χέρια του». Θα δοκιμαστούν τα επιχειρήματα για να πεισθεί δηλαδή ο «άλλος» να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, ότι θα ζει καλύτερα, βαθύτερα, και ότι θα απολαμβάνει την καθημερινή του ζωή ή τέλος πάντων θα ζει τις πραγματικές αποχρώσεις της. Τότε θα αντιληφθεί ο «άλλος» την ειλικρίνεια μας: θα προσπαθήσει να δει στα μάτια μας αν εμείς τουλάχιστον, που πρεσβεύουμε αυτήν την αντίληψη, απολαμβάνουμε την αυθεντικότητα της καθημερινής μας ζωής, εμείς ζούμε καλά…

Ζούμε λοιπόν έτσι;

2 σχόλια:

ανθοπώλης είπε...

Ο αυτοπεριορισμός, η αυτοεπιτήρηση, ο αυτοέλεγχος, όλα αυτά στηρίζονται σε ένα και μόνο στοιχείο, στην καλλιέργεια και την εσωτερίκευση του φόβου.
Όσο κινείσαι μέσα σε πεδία νομιμότητας είσαι ελεύθερος. Τι γίνεται όμως όταν ξεφεύγεις από αυτά? Και ποιος ορίζει το πότε ξεφεύγεις από αυτά? Και τελικώς ποιος ορίζει αυτά?
Και τι γίνεται όταν ο ίδιος είσαι πεπεισμένος ότι αυτά (τα πεδία) σημαίνουν την ελευθερία σου?
Είναι εύκολο, να ξεφύγει κάποιος, που πιστεύει ότι το κράτος του χαρίζει ασφάλεια και ελευθερία, από αυτή του την εμμονή?
Κάποιος που γεννήθηκε με ενωμένα τα δυο του πόδια, αλλά τον έπεισαν ότι χάρη σε αυτό κινείται, μπορεί να πεισθεί να τα διαχωρίσει? Όχι και τόσο εύκολα....Νομίζω...
Εκτός κι αν του δείξεις ότι με χωριστά τα πόδια μπορεί να κινηθεί ευκολότερα...

... είπε...

Ο Χριστός πιθανόν να του ευλογούσε την σικέ αναπηρία, ο Νίτσε θα του φιλούσε το αδρανές πόδι, ο Μπλανκί θα του το κάρφωνε με το μαχαίρι του για να του αποδείξει ότι ματώνοντας είναι ζωντανό κι ένας antifa θα τον πλάκωνε στις κλωτσιές μπας και πάρει μπροστά. Διαλέγετε και παίρνετε. Η ουσία ωστόσο είναι αλλού. Η ερώτηση απαντιέται κατά μόνας και ουχί απαραιτήτως δημόσια: Ζούμε αυτό που πρεσβεύουμε;