Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2007

Η πέτρινη επιφάνεια του λάθους

Ένα αφόρητο "ΛΑΘΟΣ" χαράζεται παντού, τριγυρνάει σα το σκύλο τη νύχτα, στέκεται να αφουγκραστεί τη νίκη του, δείχνει τα δόντια του καθώς γελάει και μένει μετέωρο.
ΛΑΘΟΣ...που θες να το κρύψεις με το κεφάλι στην άμμο, αψηφώντας αυτή την αντίρροπη δύναμη που θέλει να το αφήσει κάτω από τον ήλιο για "ν' απορροφηθεί απ' τη ζωή" όπως τόσα άλλα - να γίνει σημαδάκι που πρέπει να είναι εκεί.
Μια αντίστροφη θύελλα γι' αντίσταση σε νομοτέλειες: Η διάθεση να κοροϊδέψεις ένα "μικρό θάνατο", ακόμα κι αν η λογική απαξιώνει κάθε μορφής μεταφυσική; Το πείσμα να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα να δεις αν πέφτουν ακόμα αστέρια -που' λεγε κι ο Βαλαωρίτης; Η νίκη του γέλιου επί του δόγματος; Ίσως η άρνηση του λάθους ως τέτοιου; Και τι μαθαίνουμε απ' αυτό -πέρα από τις διαστάσεις του πόνου που συνεχώς διευρύνονται και αχόρταγα σκάβουν τις ρίζες των μέχρι τώρα βεβαιοτήτων;
Τα λάθη σε κάνουν βουβό, χώνοντάς σε στην αυτοκριτική ή στην άπνοια και τη γλυκιά νωχελικότητα της αυτοσυγχώρεσης. Τα λάθη σε κάνουν φλύαρο σε λέξεις, μετατοπίζοντας κάποιες φορές τον πυρήνα έξω από σένα, ξερνώντας τη θλίψη στους πέντε ανέμους. τα λάθη απανωτά, βίαια κι επίμονα στον χρόνο, εκνευρίζουν, πολώνουν, τρομάζουν, σαν γαϊτανάκι πλησιάζουν κι απομακρύνονται, ζαλίζουν, θολώνουν, απογειώνονται...
Έχουν όμως και τα όριά τους - που είναι εκεί για να τα υπερβείς ρίχνοντας φως πάνω από τα αθώα μπουσουλήματά τους μέχρι την ασχήμια της ενηλικίωσης τους. Σαν άνθρωπος που μπαίνει ανάμεσα;
Θα μπορούσες να το πεις, αν αυτή η παρομοίωση δεν ακύρωνε τις αναγκαίες διακρίσεις ανάμεσα σε ενεργητική και παθητική φωνή και δεν έχανε το μέτρο των δυο πόλων της συνθήκης που δείχνουν να' ναι σε ετοιμότητα είτε για να μειώσουν ή και να εξουδετερώσουν μέσα τους τις όποιες ευθύνες είτε για να αφεθούν να πνιγούν στις ενοχές.
Τα λάθη λοιπόν, δεν είναι ανθρωπόμορφες Ερινύες ούτε μικροί θεοί, όσο κι αν η επέλαση τους προκαλεί -φαινομενικά και μη- ακατάλυτα αποτελέσματα. Δεν είναι η κορυφή κάποιου μικρόκοσμου, το σκοτεινό και κοχλάζον κέντρο της γης - που η μη κατάκτηση της σου αφήνει το άλλοθι για "επαναλαμβανόμενες προσπάθειες".
Τα λάθη φέρουν την επίγνωση ότι τα κουβαλάς μέσα σου και χοροπηδάνε κάπου εκεί στα πλευρά σου κάθε που κάνει κρύο ότι παραμονεύουν για να σε κάνουν να μουδιάσεις με το που βγαίνεις βόλτα στη ζωή, να σου κόψουν ένα κομμάτι απ' τα φτερά σου θυμίζοντας σου εκκρεμότητες που δεν γίνεται πια να αντιμετωπιστούν και θλίψεις που αποτείουν φόρο τιμή σε ασίγαστες μνήμες. Τότε, μάλλον, είναι που η σεμνότητα απέναντι τους γίνεται η αποδοχή μιας ήττας, της διαδικασίας να "μικραίνουμε" ο ένας μέσα στον άλλο... Τότε είναι που έρχεται η σειρά της επίκλησης μιας οχύρωσης που ίσως και να πηγαινοερχόταν πάνω κάτω σαν τα ρολά των καταστημάτων, Σαββάτο μεσημέρι - Δευτέρα πρωί.
Η επαναφορά στην αυτάρκεια, στη "μικρή μας ελευθερία", στον περιφραγμένο χώρο του ελέγχου των επιθυμιών. Και τα σύνορα των κόσμων -πάντα όμως τόσο παράλογα και αλαζονικά που σε προκαλούν να τα γκρεμίσεις από οργή που σε κάνανε να ισοπεδωθείς πάνω στην πέτρινη επιφάνεια τους όταν τα ξανασυνάντησες. Πότε αποκαμωμένη σαν σάκος του μποξ που συναντήθηκε με φαντάσματα, πότε δυνατή σαν πυγμάχος.

Θα' θελα να γίνω σύννεφο που θα σκορπιστεί...


Από τη Νατ., 2/10/1999

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

Μέρες ενός δύσκολου αγώνα...



Δράση των "αναρχικών ενάντια στο τείχος"
Δυτική Όχθη, προχτές, 26/10/07.

πρωινό 26 Οκτώβρη στην Πτολεμαϊδα

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

προβοκατόρικα

ΖΕΥΣ. –Βγάλε άλλον στο παζάρι.

ΕΡΜΗΣ. –Θέλεις αυτόν τον Αθηναίο το λογά;

ΖΕΥΣ. –Ναι, βέβαια.

ΕΡΜΗΣ. –Πλησίασε εσύ. Βίο ενάρετο και συνετό βγάζουμε στο παζάρι. Ποιος θ’ αγοράσει την άκρα αγιοσύνη;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Πες μας σε τι ειδικεύεσαι;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Είμαι εραστής των αγοριών και κατέχω την τέχνη του έρωτα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Πώς λοιπόν να σ’ αγοράσω; Εγώ χρειάζομαι παιδαγωγό για το γιο μου που’ ναι ωραίο αγόρι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Και ποιος μπορεί να’ ναι πιο κατάλληλος από μένα για να συναναστρέφεται ένα όμορφο αγόρι; Γιατί εγώ δεν είμαι εραστής σωμάτων` το κάλλος της ψυχής με ενδιαφέρει. Και πίστεψε με: ακόμα κι αν τ’ αγόρια πλαγιάσουν πλάι μου κάτω από το ίδιο σκέπασμα, κανένα δεν θα πει ποτέ πως έπαθε κακό από μένα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Απίστευτα πράγματα λες: πώς είναι δυνατόν ένας εραστής των αγοριών να μην ασχολείται παρά με την ψυχή και μάλιστα ενώ όλα είναι στο χέρι του καθώς πλαγιάζει κάτω από το ίδιο σκέπασμα;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Έ λοιπόν, σου ορκίζομαι στον σκύλο και στον πλάτανο πως έτσι έχει το πράγμα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Για τ’ όνομα του Ηρακλή! Τι παράξενες θεότητες!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Έτσι νομίζεις; Δεν πιστεύεις ότι ο σκύλος είναι θεός; Δεν έχεις ακούσει για τον Άνουβη της Αιγύπτου τι μεγάλος θεός είναι και για τον Σείριο που είναι στον ουρανό και για τον Κέρβερο του Κάτω Κόσμου;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Έχεις δίκιο, εγώ έκαμα λάθος. Πες μου όμως, ποιος είναι ο τρόπος της ζωής σου;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Κατοικώ σε μια πόλη που έφτιαξα εγώ για τον εαυτό μου` χρησιμοποιώ ένα νέου τύπου πολίτευμα και εφαρμόζω τους δικούς μου νόμους.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Θα ήθελα ν’ ακούσω έναν από τους νόμους σου.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Άκου λοιπόν τον πιο σπουδαίο, τι αποφάσισα για τις γυναίκες: καμιά απ’ αυτές να μην ανήκει σε έναν μόνο άνδρα, αλλά να τις έχει όποιος τις ποθεί.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Θέλεις να πεις ότι έχεις ακυρώσει τους περί μοιχείας νόμους;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Ναι, μα τον Δία` κι αυτούς και όλη τη μικρολογία για κάτι τέτοια.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Και τι έχεις αποφασίσει για τα όμορφα αγόρια;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Τα φιλιά τους θα είναι έπαθλο των πιο γενναίων που θα έχουν κατορθώσει κάτι λαμπρό και παράτολμο.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Πω πω, τι γενναιοδωρία! Αλλά πες μου, ποια είναι η ουσία της φιλοσοφίας σου;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Οι «ιδέες» και τα αρχέτυπα των όντων` όλα όσα βλέπεις δηλαδή, η γη, τα επί γης, ο ουρανός, η θάλασσα, όλα αυτά έχουν εικόνες αφανείς έξω από το σύμπαν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Κι αυτές πού βρίσκονται;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Πουθενά` γιατί αν ήταν κάπου, δεν θα υπήρχαν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Δεν τα βλέπω αυτά τα αρχέτυπα που λες.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. –Και βέβαια όχι` γιατί είσαι τυφλός στα μάτια της ψυχής. ΄Εγώ όμως βλέπω τις εικόνες όλων και την αόρατη δική σου εικόνα, και τη δική μου, και γενικά βλέπω διπλά τα πάντα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. –Ε λοιπόν λεω να σε αγοράσω` είσαι σοφός και οξυδερκής. Για να δούμε, κήρυκα, πόσο μου τον αφήνεις;

ΕΡΜΗΣ. –Δώσε δυο τάλαντα.

Πρόκειται για ένα απόσπασμα από την κωμωδία του Λουκιανού: δημοπρασία φιλοσόφων, 1ος αι. μ.Χ. Αν και είναι σημαντική μια προσοχή στο ύφος και τις ερωτήσεις του αγοραστή, που ενδιαφέρεται να αγοράσει τον Σωκράτη, στο προκείμενο δεν έχει και τόση σημασία αυτό το απόσπασμα. Δεν έχει και τόση σημασία εκτός από ένα υπολανθάνον και φαινομενικά άσχετο ερωτηματικό που θα μπορούσε να μας τεθεί: σε έναν αντίστοιχο διάλογο, αν παρακάμψουμε τα κίνητρα, ποια είναι τα πλεονεκτήματα του κόσμου μας, που θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε, βρισκόμενοι στην αντίστοιχη θέση του «φιλοσόφου»; Παρακάμπτουμε τα αργυρώνητα κίνητρα ενός τέτοιου διαλόγου, γιατί έχουν την δυνατότητα να τον ακυρώσουν. Αν όμως σκεφτούμε κάποια άλλα κίνητρα να βάλουμε στην θέση τους, θα δούμε ότι όχι μόνο είναι λιγοστά, αλλά και ότι ίσως δεν υπάρχουν. Εδώ και καιρό έχουμε διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι έχουν πάψει να συζητούν, γιατί δεν ενδιαφέρονται να συζητήσουν, δεν βρίσκουν κάποιο κίνητρο για ένα δεκτικό διάλογο. Ένα το κρατούμενο. Από αυτή τη διαπίστωση και μετά τίποτε δεν λειτούργησε στο να αποτρέψει τη διαδικασία αυτής της συνθήκης, κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι γεννήτριες της εξατομίκευσης έκτοτε «ανέβασαν τις στροφές τους» κατά πολύ. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας –που δεν μπορεί ποτέ να είναι οριακή- και την εξάπλωση-κοινωνικοποίηση των μηχανών της εικονικής πραγματικότητας, οι άνθρωποι θα μπορούν να «ζουν» ό,τι γουστάρουν, θα μπορούν να μπαίνουν μέσα στην ίδια την εικόνα της αλλότριας φαντασίας τους , να σχεδιάζουν όποιο τριπάκι θέλουν και να το «βιώνουν» ανενόχλητα και με «ασφάλεια». Μοναχικά, ατελεύτητα και με αυτάρκεια. Κανείς βέβαια, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μετά και από αυτό έχουν τελειώσει όλα. Πόσο μάλλον όταν όλα εξελίσσονται σε μια κοινωνία με τρομερή κοινωνική ανισότητα, στην οποία ελάχιστοι μπορούν να έχουν πρόσβαση στις τελευταίες εξελίξεις της τεχνολογίας. Δεν είναι όμως αυτό το πρόβλημα. Οι φτωχοί και κολασμένοι γνωρίζουμε πολύ καλά πως συμπεριφέρθηκαν μέσα στην κοινωνία του θεάματος. Η επιστήμη της χειραγώγησης μέσω της εικόνας πέρασε από «ανοιχτές πόρτες», από ανοιχτές -σε τέτοιου είδους εξελιγμένες κυριαρχικές διεισδύσεις– συνειδήσεις και αναπαράχθηκε με ελάχιστες έως και ασήμαντες αντιστάσεις. Και τώρα που μετά τις συγκινήσεις των εικόνων, έρχονται οι έξτρα ούλτρα συγκινήσεις της εικονικής πραγματικότητας, οι υπήκοοι βλέπουν σ’ αυτές μια καινούργια προοπτική ιδιοποίησης, άσχετα αν δεν βρίσκεται στο άμεσο οικονομικό βεληνεκές τους. Θα ενδιαφέρονται να μάθουν τα πάντα για την εικονική πραγματικότητα διαρκώς έως ότου να την ζήσουν και να την ζουν. Μπαίνουν σε μια επιβεβλημένη χρονική διαδρομή με σημείο αναφοράς την επιτέλους «πραγμάτωση των επιθυμιών τους», έστω και με την προϋπόθεση να ανήκουν σε μια μηχανή, να είναι εξάρτημα της. Γιατί να σε ακούσει λοιπόν ο υπήκοος, αν τον βάλουμε στη θέση του «αγοραστή»; Τι έχεις να του προσφέρεις στον αντίποδα όλων αυτών των ορθολογικών «θαυμάτων» που ζει, ή που μπορεί κάποτε –και ίσως είναι η μόνη του μάχιμη προοπτική- να ζήσει; Υποθέτω ότι το πιο βασικό είναι η συνείδηση του αγώνα για την κατάκτηση της ελευθερίας του. Μια αναφορά στην ελευθερία, την οποία παραδόξως δεν μπορείς να ορίσεις γιατί με αυτόν τον τρόπο την καταργείς. Ταυτίζεται η ελευθερία με την ανάσα, με τους παλμούς της καρδιάς, τις «εκλύσεις» της φαιάς ουσίας, το είναι.

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟΣ ΥΠΗΚΟΟΣ. –Μα είμαι ελεύθερος, δεν με πειράζει κανείς, εκτός κι αν παραβώ τους νόμους, αν πειράξω τον διπλανό μου.

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΕΣΥ. –Δηλαδή δεν νιώθεις κανένα περιορισμό πριν καν και χωρίς να πειράξεις τον διπλανό σου;

Μ.Υ. –Όχι! Εκτός κι αν εννοείς την συνείδηση μου, τις ενοχές, τις αναστολές μου.

Αναγκαστικά ακολουθεί μια προσέγγιση της ελευθερίας και των περιορισμών στη βάση ενός αδιέξοδου ψυχολογισμού. «Άμα ο άλλος δεν νιώθει...γάμησε τα!». Δεν είναι βέβαια ότι δεν νιώθει. Είναι ότι απ’ αυτά που γνωρίζει είναι πεισμένος. Έχει ενσωματώσει τον περιορισμό και αυτοελέγχεται. Μπορείς από μια άλλη ίσως αφετηρία να του αντιπαραβάλλεις μια καθημερινή ζωή που επαναποικειοποιείται την αυθεντικότητα της. Τη δυνατότητα να κριτικάρει τις αυτονόητες καθημερινές του κινήσεις, να αποκαλύψει τις δυνατότητες του αυθεντικού βιώματος των στιγμών, να ενδυναμωθεί μέσα από την συλλογική δημιουργία και την αλληλεγγύη και να πλήξει καίρια τους κυρίαρχους αυτού του ανορθολογικού κόσμου. Πάλι φαντάζομαι ότι μπορείς να φτιάξεις το διάλογο που θα ακολουθήσει μόνος σου, τι θα πει για όλα αυτά, αν και πως τα καταλαβαίνει ο Μ.Υ. και τι θα απαντήσεις Ε.Ε. Η ψευδοαπόλαυση της υλικότητας αυτού του πολιτισμού είναι για τους Μ.Υ. μια πραγματικότητα απολαβής. Η υλικότητα των δικών μας προταγμάτων είναι μηδαμινή και πηγάζει από την οικονομία της συλλογικής ζωής. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι οι Μ.Υ. συνήθως αντιλαμβάνονται την ειλικρίνεια μας. Και είναι το πεδίο της άμεσης ειλικρίνειας όπου θα δοκιμαστούν τα προτάγματα μας και η ποιότητα της πειθούς μας «για να πάρει ο άλλος την ζωή του στα χέρια του». Θα δοκιμαστούν τα επιχειρήματα για να πεισθεί δηλαδή ο «άλλος» να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, ότι θα ζει καλύτερα, βαθύτερα, και ότι θα απολαμβάνει την καθημερινή του ζωή ή τέλος πάντων θα ζει τις πραγματικές αποχρώσεις της. Τότε θα αντιληφθεί ο «άλλος» την ειλικρίνεια μας: θα προσπαθήσει να δει στα μάτια μας αν εμείς τουλάχιστον, που πρεσβεύουμε αυτήν την αντίληψη, απολαμβάνουμε την αυθεντικότητα της καθημερινής μας ζωής, εμείς ζούμε καλά…

Ζούμε λοιπόν έτσι;

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007

διασκευή Ballini

συνομιλώντας με τον Κάφκα


Έχεις παρατηρήσει ότι τις φορές που εντείνεται μια κατάσταση του αγώνα που επιλέγουμε, όλη μας η καθημερινότητα απομακρύνεται σε μια ομιχλώδη αφαίρεση; Υπάρχουμε μόνο μέσα στον πυρήνα αυτής της κατάστασης και διασχίζουμε σαν φαντάσματα τις καθημερινές συμβάσεις. Μέσα στις καθημερινές συμβάσεις συγκαταλέγεται με ένα ακαριαίο αυτονόητο και η νομιμότητα, και οι συνέπειες, και το ρίσκο. Η κοινότητα μας συσφίγγεται για να δυναμώσει κι άλλο, ανασαίνει στις παρυφές των γεγονότων, και αποκομμένη από τις συμβάσεις ανακαλύπτει ένα καινούργιο τοπίο της ανθρώπινης και κοινωνικής ουσίας.

Αγωνίζομαι. Κανένας δεν το ξέρει. Μερικοί το υποψιάζονται, είναι αναπόφευκτο. Αλλά κανένας δεν το ξέρει, εκπληρώνω τα καθημερινά μου καθήκοντα, κάποια αμέλεια είναι δυνατό να μου επιρριφθεί, αλλά όχι μεγάλη. Φυσικά ο καθένας αγωνίζεται, εγώ όμως αγωνίζομαι περισσότερο από τους άλλους, οι πιο πολλοί αγωνίζονται σαν κοιμισμένοι, όπως κουνάει κανείς το χέρι του στο όνειρο για να διώξει ένα όραμα, ενώ εγώ βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή και αγωνίζομαι με προσεκτικά υπολογισμένη εκμετάλλευση όλων μου των δυνάμεων. Γιατί έχω βγει έξω από το κατά τα άλλα θορυβώδικο, αλλά στο σημείο αυτό ανησυχητικά ήρεμο πλήθος; Γιατί έχω τραβήξει τα βέλη πάνω μου; Γιατί να μ’ έχει ο εχθρός γραμμένο στα μαύρα κατάστιχα; Δεν ξέρω. Μια άλλη ζωή δεν μου φαίνεται άξια να ζω. «Στρατιώτες» ονομάζει η πολεμική ιστορία τους ανθρώπους σαν εμένα. Και όμως είναι έτσι, δεν ελπίζω στη νίκη και ΄αγώνας σαν αγώνας δεν μ’ ευχαριστεί, ο αγώνας μ’ ευχαριστεί μόνο σαν το μόνο που έχω να κάνω. Σαν τέτοιος μ’ ευχαριστεί εξάλλου περισσότερο απ’ όσο μπορώ να απολαύσω, περισσότερο απ’ όσο μπορώ να δώσω, κι ίσως να μην πεθάνω στον αγώνα, αλλά ν’ αφανιστώ απ’ αυτή τη χαρά.

Και οι συνεννοήσεις, οι μαζώξεις, οι συνελεύσεις, τα αμφιθέατρα, τα πηγαδάκια; Μετακινούμαστε διαρκώς προς τους ανθρώπους που μας είναι λιγότερο ξένοι. Μια χειρονομία, ένα αμήχανο -μήπως και δεν απαντηθεί– «γεια», η δυσαρέσκεια για μια άποψη που μπορεί να «ενοχλήσει» αλλά πρέπει να ειπωθεί, η παλινδρόμηση μεταξύ της επίκλησης της αυτονομίας και της ακατάσχετης δεκτικότητας. Με ποιους συνεννοούμαστε; Με ποιους «δρούμε»; Και μ’ αυτούς που χρόνια γνωρίζουμε έχουμε καταλήξει κατ’ αμοιβαία επιλογή ξένοι, και με τους νεώτερους θα είμαστε – μέχρι να περαστούμε από το «φυσικό» φίλτρο της καχυποψίας, της αλαζονείας και της αυτάρκειας– ξένοι. Το κοινό «όραμα», οι κοινές προοπτικές, αυτά είναι που κατοχυρώνουν το ειδικό βάρος της «συνάντησης», κι όχι αυτά που ζούμε μαζί, ο κοινός αγώνας, το λύσιμο μιας «διαφοράς που την μυριζόμαστε παντού κι όμως δεν την βρίσκουμε».

Είναι ξένοι άνθρωποι κι όμως δικοί μου. Μιλάνε ελεύθερα, ασυνείδητα απελευθερωμένοι, κάπως σαν μεθυσμένοι, στιγμή δεν τους μένει για μια αναγνώριση μεταξύ τους. Σαν ένας κύριος με έναν άλλο κύριο, έτσι μιλάνε μεταξύ τους, ο καθένας προϋποθέτει στον άλλον ελευθερία και δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Κατά βάθος όμως δεν έχουν αλλάξει, οι απόψεις τους έχουν μείνει οι ίδιες, το ίδιο και οι κινήσεις, η ματιά. Κάτι βέβαια είναι αλλιώτικο, μα δεν μπορώ να συλλάβω τη διαφορά, κι αν μιλάω για απελευθέρωση, είναι μονάχα μια προσπάθεια εξήγησης από ανάγκη. Γιατί από πού κι ως πού να αισθάνονται απελευθερωμένοι; Όλα τα στρώματα και όλες οι διαβαθμίσεις έχουν διατηρηθεί, η ένταση ανάμεσα στο άτομο και στους άλλους είναι απείραχτη, ο καθένας είναι στη θέση του και στον αγώνα, που του αναλογεί, τόσο έτοιμος, που για τίποτα άλλο δε μιλάει εκτός απ’ αυτό, κι ας τον ρωτάς ό,τι θέλεις. Που έγκειται λοιπόν η διαφορά, την μυρίζομαι από δω κι από κει και διαφορά δεν βρίσκω.

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2007

η σχετικότητα της αδυναμίας


αχ αυτός ο συναισθηματισμός, που «νομιμοποιείται» βέβαια στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις και στους μοναχικούς απολογισμούς βιωμάτων, αλλά είναι προβληματικός όταν εμφανίζεται στις συλλογικές «πολιτικές» μαζώξεις ή στα αμφιθέατρα, όχι γιατί κανείς θα απαγορέψει την συναισθηματική έκφραση, αλλά γιατί θα αλλάξει την αντιμετώπιση του απέναντί σε μια τέτοια έκφραση, και αυτή η αντιμετώπιση θα αλλάξει προς κάθε κατεύθυνση, άλλοι θα «μαλακώσουν» προς την πλευρά της συγκίνησης, άλλοι θα δυσανασχετήσουν σαν μπροστά σε «αδύναμη» στιγμή, άλλοι θα νιώσουν αμήχανοι κοιτώντας τριγύρω, «παίρνοντας γραμμή» από το πιο ισχυρό και αποφασιστικό συλλογικό κλίμα, και κάποιοι ελάχιστοι ίσως ξεμοναχιαστούν - μη αντέχοντας μια άλλη μοναχική έκφραση - από διακριτικότητα, ο Λόγος και οι αποφάσεις πρέπει να τρέχουν, οι λόγοι είναι πολλοί, πρέπει να είμαστε δυνατοί απέναντι στην κυριαρχία, πολεμιστές, άκαμπτοι σε δημόσιους χώρους ή στις γραμμές μας, δυναμώνοντας τους συμπολεμιστές μας και εκφοβίζοντας τους αντίπαλους, η ρητορική τέχνη απαιτεί την σιγουριά των επιχειρημάτων, την ψυχραιμία και το αταλάντευτο, τον αφορισμό των συναισθηματισμών και των αφαιρέσεων τους, τον αφορισμό της μεταφυσικής και των μυστηριακών ανθρωπίνων συμπεριφορών, κι αν επιτρέπεται ένας συναισθηματισμός, αυτός είναι η οργή και μόνο η οργή, κι αυτή σε ελεγχόμενες δόσεις, ρυθμιζόμενη από μια άλλου είδους μυστηριακή υποκειμενική στρόφιγγα, αγκιτατόρικη στην ρητορική των αμφιθεάτρων και ανεξέλεγκτη στα οδοφράγματα, και όλοι οι υπόλοιποι συναισθηματισμοί αφορισμένοι στο πεδίο της αδυναμίας, πρέπει να ψάχνουν σ’ ένα μοναχικό ή μικροκοσμικό σκοτάδι να εκφραστούν, γιατί το πεδίο της δύναμης είναι δυνατό, πιο δυνατό από την αδυναμία, πιο νομιμοποιημένο στους κύκλους που πρεσβεύουν τη δύναμη, κι έτσι, μαζί με τα άλλα συναισθήματα στο πεδίο της αδυναμίας, προστίθεται κι άλλο ένα συναίσθημα, που γεννάει η δύναμη στις ίδιες τις γραμμές μας, κι αυτό το συναίσθημα είναι ο φόβος, και με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τη μορφή που φωτογραφίζεται απ’ αυτές τις προτάσεις, δεν είναι άλλη από μια γυναικεία μορφή, είναι η γυναίκα που συμπυκνώνει, νομιμοποιημένα και μεταξύ μας, τα χαρακτηριστικά που της προσδίδει ο κυρίαρχος λόγος, την άκρατη δεκτικότητα, την αμέριστη σιωπή όταν ακούει, το τρεμουλιαστό χέρι όταν προσπαθεί να μιλήσει, τον φόβο από το «πάρσιμο» των αρσενικών, έτσι γίνεται η γυναίκα σημείο αναφοράς, βάσει του οποίου κρίνονται οι αρσενικές συναισθηματικές συμπεριφορές, μπαίνει λοιπόν ένα σημαντικό ζήτημα, όταν η δύναμη, που θεωρείται απαραίτητη στον πόλεμο ενάντια στην κυριαρχία, εκφράζεται συναισθηματικά μόνο μέσα από το φίλτρο της επιθετικότητας, κατοχυρωμένο φυσικό αρσενικό προνόμιο, όταν δηλαδή, η δύναμη γίνεται κατανοητή και αποδεκτή μόνο μέσα από μια ανδροποίηση των ανθρώπων, οι γυναίκες απουσιάζουν από την δύναμη, γιατί την μισούν με τα φυσικά ανδρικά χαρακτηριστικά, οι γυναίκες απουσιάζουν από το συλλογικό, είτε σαν παρουσίες είτε μέσα από τις σιωπές, ίσως επειδή ακόμη κι ασυνείδητα δεν κατανοούν τους κώδικές της «δυνατής» οργής, ίσως γιατί δεν αποδέχονται την, θεσμισμένη από την πατριαρχική φύση, εξουσία του φόβου, και οι λίγες που «ξεχωρίζουν» στα αμφιθέατρα ή στις μαζώξεις, έχουν δώσει ή συνεχίζουν να δίνουν τις μάχες τους, παρακάμπτοντας, ξεπερνώντας τον φόβο, «στραβώνοντας» μερικές φορές και με αρσενικούς κώδικές –γιατί δεν μασάνε ακόμη κι εκεί– και κατοχυρώνοντας μια σεβαστή θέση, που απέχει μεν από την σιωπή, αλλά κινδυνεύει από την γραφικότητα, τα πράγματα αλλάζουν, αλλάζουν στις γραμμές μας, με το να αναζητάμε διαρκώς το ξερίζωμα και των πιο υπολανθανουσών συμπεριφορών που αναπαράγουν κυρίαρχα δεδομένα, αναζητάμε το σπάσιμο όλων των -αυτονόητων και μη- φυλετικών και διατομικών οριοθετήσεων, η δύναμη είναι και αδυναμία και η αδυναμία δύναμη, ο λόγος και η πράξη δεν χαρακτηρίζονται από ρητορικές, πολεμικές και επιθετικές σταθερές, αλλά από την ανθρωπινότητα τους, από το πόσο μέσα ή κοντά είναι στην ελευθερία, από το πόσο έξω ή μακριά είναι από την θέσμιση του φόβου, της σιωπής και της παρούσας απουσίας, από το πόσο γρήγορα εξορίζουν το τρεμούλιασμα των χεριών, από το πόσο επιτρέπουν ακόμη και στα δάκρυα να δροσίσουν το επικοινωνιακό υφάδι, από το πόσο αποδέχονται κάθε τρόπο που διαλέγει ο καθένας, η καθεμία, για να κατακτήσει την ελευθερία του-της, εδώ και τώρα, κάθε στιγμή, χωρίς φόβο, αλλά με πολύ πάθος, κάθε πάθος

αντιγραφή Modiliagni (2007)

Μωρίς Μπλανσώ, "Le Refus", στο "Le 14 Juillet", αρ. 2 (Οκτώβρης 1958)

Αυτό που αρνιόμαστε δεν είναι ασήμαντο ούτε χωρίς αξία. Ακριβώς γι' αυτό η άρνηση είναι αναγκαία. Υπάρχει μία λογική που δεν θα τη δεχτούμε πια, ένα επίστρωμα σωφροσύνης που μάς τρομάζει, μια προσφορά συμφωνίας και συμφιλίωσης που δεν θα την εισακούσουμε. Η ρήξη είναι γεγονός. Φτάσαμε στο σημείο εκείνο που δεν ανέχεται πια τη συνενοχή...


Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2007

Γαι τη δύναμη της πηγής

«Η επανάσταση της καθημερινής ζωής δεν θ’ αντλήσει την ποίηση της από το παρελθόν, αλλά από το μέλλον και μόνο» Γκυ Ντεμπόρ

Και το παρόν; Φυσικά, ο Ντεμπόρ είχε και άποψη για το παρόν, μόνο που στο προκείμενο μάς αφορά η δική μας άποψη. Στην πρόταση αυτή δεν αναφέρεται το παρόν, γιατί προφανώς –και σωστά- το παρόν είναι το πεδίο όπου αντανακλάται η διαλεκτική λειτουργία της σύνθεσης δεδομένων και προοπτικών. Το παρόν είναι το πεδίο της καθημερινής ζωής, το πιο οριακό «παιχνίδι» -και τα εισαγωγικά παραπέμπουν στην σεβαστή περιοχή της αναπόφευκτης οδύνης– υποκειμενισμού και αντικειμενικής πραγματικότητας, το σημείο συνάντησης σκέψης και δράσης, πραγμάτωσης ή αναίρεσης των προταγματικών «διακηρύξεων». Στο παρόν διαμορφώνεται η υποκειμενική πραγματικότητα μέσω, συγκεκριμένων κάθε φορά, επιλογών και παράλληλα, το εύρος και το βεληνεκές της αντικειμενικής αντανάκλασης αυτών των επιλογών. Όλα αυτά τα αυτονόητα και οι κοινοτοπίες καταργούνται σαν τέτοια όταν διυλίζονται στο πολύπλοκο πλέγμα της αλλοτρίωσης. Κανείς, από αυτούς που προσπάθησαν, δεν απάντησε επί της ουσίας γι’ αυτό το «πολύπλοκο πλέγμα» που ταλανίζει τις απαντοχές και «κανονίζει» τις αντιφάσεις μας. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο, αν σκεφτείς την ψυχοδομική πλευρά της αλλοτρίωσης. Μια απάντηση για την αλλοτρίωση θα έμοιαζε σαν καθολική συνταγή- πανάκεια. Εμείς οι ίδιοι θα απαντήσουμε επί της ίδιας της ουσίας μας για την αλλοτρίωση, για την μήτρα των αντιφάσεων, γι’ αυτόν τον πανίσχυρο πόλο του καθημερινού μας ψυχορραγήματος. Στο παρόν μας, στο όνομα αποδοχής της θνητότητας μας, εκεί που καταστρέφεται κάθε θεολογική αναφορά. Καθένας επιλύει τις αντιφάσεις του με τον δικό του τρόπο, κι αυτό θα μπορούσε να ανήκει ακόμα και στις «πρόσφορες» μεθόδους της αστικής αντίληψης εφόσον θα περιορίζεται στα πλαίσια της εξατομικευτικής μοναχικότητας. Ο περίγυρος αντιλαμβάνεται μόνο το αποτέλεσμα της «περίεργης» αυτής διαδικασίας. Περίεργης, γιατί οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται με επίγνωση την ταυτότητα των αντιφατικών πόλων, που τους εγκαλούν για το λυτρωτικό ξεπέρασμα, την απαραίτητη, για την αυτοεξέλιξη, σύνθεση. Μέσα στην αφαιρετική αντίληψη των δεδομένων που εμφανίζονται αντιθετικά στην επιφάνεια της συνείδησης, διαμορφώνεται μια δυνατότητα της κυριαρχίας να διεισδύει κατευθύνοντας όχι μόνο τα αποτελέσματα της «εσωτερικής διαλεκτικής» -δυναμώνοντας αυτό που θα λέγαμε αλλότριο (ξένο) πόλο– αλλά και ολόκληρη την διαδικασία «παραγωγής επιλογών», εκτρέποντας την, δημιουργώντας ψευδή δίπολα, ψευδή διλήμματα. Μια αναγωγή σε ό,τι, από αυτή τη διαπίστωση, αφορά την δική μας καθημερινότητα, εμάς που αναγνωρίζουμε με καχυποψία όλες τις δυνατότητες της κυριαρχίας, σε μια προσπάθεια, όχι μόνο να απεγκλωβιστούμε από την «κουλτούρα» της αλλοτρίωσης αλλά, να συγκρουστούμε ανοιχτά με την κοινωνική της νομιμοποίηση, είναι η αποδοχή της διαφυγής από τις πιο απλές και λεπτομερείς καθημερινές καταστάσεις. Είναι γεγονός ότι δεν μπορούμε να αρκούμαστε σε μια εξατομικευτική επίλυση των αντιφάσεων και μόνο. Είναι γνώριμος ο κίνδυνος αναπαραγωγής μια τρέχουσας κυρίαρχης αντίληψης, που θέλει με έναν στρεβλό τρόπο να χαρακτηρίζονται οι ατομικότητες από δεδομένα «χούγια», χαριτωμένα «ελαττώματα», και ηλίθιες εκφορές «ιδιαιτεροτήτων». Η διαδικασία (και τα αποτελέσματα) των επιλογών είναι ελεύθερη όταν γίνεται επικοινωνήσιμη, είναι αυτόνομη όταν νέμεται. Σε όποιο επαναστατικό σχέδιο κι αν αναφερόμαστε, εκεί αντανακλώνται οι όποιες επιλογές μας. Η αποδοχή της λειτουργίας αλλότριων πόλων στην καθημερινότητα μας, δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να τους δικαιώνει, δυναμώνοντας το αντιδραστικό τους περιεχόμενο στο επίπεδο της συνείδησης . Και δυναμώνοντας αυτό το περιεχόμενο, χαλαρώνουν τα κριτήρια μας, εγκλωβιζόμαστε στην κοινοτοπία και την ματαιότητα της όποιας αντίστασης, γιατί δεν είναι μόνο αντικειμενικά δυνατή η αλλοτρίωση, αλλά και γιατί, αργά και σταθερά, της ανήκουμε. Όταν εμφανίζεται συλλογική επικοινωνιακή εμπλοκή, όταν οι κάθε είδους εποικοδομητικές και κριτικές σχέσεις αδυνατίζουν, τότε νομιμοποιείται η εξατομίκευση, έχει την τάση να διευρύνεται ασταμάτητα, δυναμώνει, αφανίζει κάθε τι ζωντανό από τις σχέσεις, καθιερώνει την αδιαφορία, παγιώνει τις αποστάσεις και σαπίζει το συλλογικό βίωμα. Οι κοινωνικές αναφορές μας στην αλλοτρίωση, σε τέτοιες συνθήκες, δεν καταντούν απλά «ανεξήγητα» κοινότοπες και χωρίς έμπνευση, αλλά γελοιοποιούν κάθε σχετικό πρόταγμα απελευθέρωσης.

Τουλάχιστον, να το γνωρίζουμε.

Εκνευριστικά αυτονόητα Νο1

O πρόεδρος του ΣΕΒ, Δ. Δασκαλόπουλος, όσο διέθετε επιχείρηση δεν είχε επιτρέψει τη λειτουργία εργοστασιακού σωματείου.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/09/2007

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

φθορά


μία από τις πιο

βαριανασαιμένες νύχτες

ξαπόστασε ο Χρόνος

δίπλα μου

με χάραξε στο δέρμα

ν' ανασάνουν τα βιώματα

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2007

οι εποχές των ελαττωμάτων σε χρόνο ελάσσονα ανατρεπτικό


Έπαρση.

Οι δυνάμεις υπακούουν αυτόματα στην βούληση. Ανυψώνεσαι της πραγματικότητας σου σε τέτοιο βαθμό που την χάνεις. Ανοίγεις ένα χαντάκι και έχεις αντιμέτωπο ένα υπόγειο τείχος. Ενώ πρόκειται για αίσθηση τάφου, έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι στην ρίζα της Μιας, αλλά σκληρής, πραγματικότητας. Ότι βρίσκεσαι στην κρύπτη των πυραμίδων της κυριαρχίας και ακούς τις μηχανές της, αδημονώντας για την τελειωτική τους καταστροφή. Καλείς τους άλλους «υπηκόους», σαγηνεμένος, χωρίς όμως να «ακούγεσαι». Μόνο φαίνεσαι απηυδισμένος και ξέρεις ότι σ’ αυτές τις υποθέσεις το βλέμμα δεν φτάνει. Κι αν ακόμη κάποιοι σ’ ακούσουν, δεν μπορείς να εξηγήσεις τη διαδρομή να σε συναντήσουν, γιατί μιλάς ακατάληπτα. Τη δική σου γλώσσα πια. Και ταλανίζεσαι. Ενώ οι άλλοι σού είναι απαραίτητοι γιατί αυτός ο θησαυρός τους αφορά, πρέπει να αποφασίσεις αν θα συνεχίσεις μόνος σου. Και διαλέγεις τους άλλους σαν να επιλέγεις την αναπηρία. Και για να μην το αποδεχτείς επαίρεσαι με το παραμικρό. Μένεις όλο και πιο μόνος και νοσταλγείς διαρκώς το βήμα πριν το θησαυρό, αδιαφορώντας για την διαδρομή.

Νωχελικότητα.

Ο κυνισμός της αδράνειας. Η κυριαρχία μιας διεκπεραιωτικής δύναμης, που η φύση δεν την προορίζει για κυριαρχία. Μια αυτονόητα ανεξήγητη αίσθηση -γιατί αν προσπαθούσε να εξηγήσει τον εαυτό της θα αυτοκαταργούνταν- που επιστεγάζει το σαμποτάρισμα κάθε πρωτοβουλίας. Στην ταξική νοηματοδότηση, αφορά το σαμποτάζ της εργασιακής διαδικασίας, και η συνείδηση αυτού του ίδιου του σαμποτάζ, σημαίνει, αντιστρόφως ανάλογα, την κατάργηση της νωχελικότητας στην προσπάθεια για ενεργητική εκτροπή της κατεστημένης δομής της καθημερινότητας. Η νωχελικότητα κατοχυρώνει τις διαφορές ταχυτήτων, την σιωπηρή δικτατορία της ανούσιας επιβράδυνσης και «διωκόμενη», τείνει να επικαλεστεί έναν «χώρο» που δεν συνορεύει μ’ αυτήν: την ρέμβη. Δεν σημαίνει απαραίτητα απώλεια βούλησης, απώλεια συνείδησης ή απώλεια αποφασιστικότητας. Στο σημείο όμως που κρίνεται, και μεταξύ μας δεν είναι άλλο παρά η ίδια η ανατρεπτική Πράξη, είναι ένα ακατανόητο –κι εκ των πραγμάτων– ανεπικοινώνητο φρένο.

Ματαιοδοξία.

Να κλείνει ο κύκλος της ζωής ήδη από την αφετηρία του. Να παθαίνουν διαδοχικά εγκεφαλικά στην νεότητα τους οι επιθυμίες. Να επιβάλλεις φθινόπωρο στα φύλλα, ενώ ο κορμός ζει την άνοιξη του. Να επικαλείσαι άπειρους λόγους για την απόδειξη του μη νοήματος (α-νόητου) της κάθε πράξης, της κάθε σκέψης, της κάθε επιθυμίας. Η ασυνείδητη –και γι’ αυτό χειρότερη- επικράτεια του μηδενισμού. Είσαι πάντα κάπου ενώ δεν είσαι, κι ενώ δεν πρέπει σύμφωνα με τις ίδιες σου τις δοξασίες σου να είσαι. Κι όμως να μένεις και να ζεις. Δεν είναι ούτε φόβος ούτε δειλία, δεν είναι ούτε εγκεφαλικότητα ούτε ένστικτο, δεν είναι ούτε ρεφορμισμός ούτε ριζοσπαστικότητα. Είναι μια σχιζοφρενικική περίοδος αυτοκαταστροφής. Δεν είναι βίωμα, είναι διασυρμός. Η λατρεία μιας αβίωτης αργής και φυσικής πτώσης. Ούτε καν βιωμένης. Σαν να δοκιμάζεις εκρήξεις σε λατομείο. Ή απομακρύνονται ή σε συνηθίζουν. Οι άλλοι καταφεύγουν στην γραφικότητα για να σε ερμηνεύουν. Φθίνεις.

Κατάθλιψη.

Μια ίσως υγιής θλίψη σε υπερθετικό. Στον ουρανό της σκέψης μαύρα και βαριά σύννεφα χωρίς εντάσεις και ηλεκτρισμό. Μια εσωτερικότητα χαμένη στους λαβυρίνθους με τα αγέλαστα παιχνίδια. Το φετίχ ενός παρελθόντος χωρίς νοσταλγία. Το παρόν σε στιγμές που μόλις κατορθώνουν να διεκπεραιώνονται. Μόνη ελπίδα η διαρκής νίκη της αυτοσυντήρησης ενάντια σε έναν όντως ανεπιθύμητο θάνατο. Όχι αδιάφορο θάνατο. Απέχθεια στις αίθουσες αναμονής. Λατρεία των κεριών και του αταξίδευτου. Αγάπη στην λάμψη των φίλιων ματιών, αλλά αποφυγή κάθε προσωπικής εκφοράς. Ατονική ανθρωπινότητα, ζώντας στην πιο απότομη άκρη της θλίψης τον άνεμο της δυστυχίας, θέλοντας να συνορεύεις διακριτικά με την ατέρμονη νίκη της ζωής και των ατίθασων χαμόγελων. Όχι να ζεις...απλά να γνωρίζεις μια συνέχεια του Όλου. Για να επιβεβαιώνεις την αιώρηση σου σε γκρίζα ακρωτήρια και άρρωστα κίτρινους ανέμους. Ενώ θεωρείς ότι επιτελείς μια αναγκαία για την Ύπαρξη αναγνώριση, ζεις μόνος από τους άλλους κι όχι μόνος για τους άλλους.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

η επικινδυνότητα του ελάχιστου


επιπλέον

ανασφάλεια είναι

να έχεις κτίσει

ένα πανίσχυρο κάστρο

και να τους υποδέχεσαι όλους

από την μικρή σου Κερκόπορτα

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

μικροαστική ανατομία


άχρηστος νιώθω

ανίκανος παραλυμένος


σαν ένα σκυλί στην άκρη του πεζοδρομίου

που επεξεργάζεται ακίνητο την ανατομία του

σε ένα ξεκοιλιασμένο από τα αυτοκίνητα

πτώμα ενός άλλου σκυλιού


ας το ομολογήσω έστω και τώρα ότι

πάντα λοιδορούσα τους λυτρωμένους

είτε αυτούς που δεν διστάζουν να δείχνουν

τα εντόσθια τους στον κόσμο

είτε τους φιλεύσπλαχνους νοσοκόμους τους


από την περιέργεια έως τον κυνισμό

η ιστορία του βλέμματος μου

γράφτηκε πίσω από τις γρίλιες

εκεί που εκδικούμαι το λυτρωμό

αυνανιζόμενος, βιαζόμενος

και βιάζοντας


τα σύνορα του μικροαστού

είναι στις γρίλιες


η ανάσα του είναι το αεράκι

που φέρνει τα μαντάτα της γειτονιάς

γλύφει το μωσαϊκό

και προκαλεί ελαφρό ανέμισμα

στην κουρτίνα του σαλονιού


και η ελπίδα του

η φαιδρή σιγουριά

ότι αυτουνού "ποτέ δε θα του συμβεί"

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

περί μεταλλικής οριοθετήσεως


σκεφτόμουν τα κάγκελα

και το περιδίνισμα τους

στις πιο "απαγορεύσιμες" περιοχές

της καθημερινότητας

πάντα μπερδευόμουν πάνω στο

τί οριοθετούν

προστατεύουν κάτι από κάποιους;

με προστατεύουν από κάτι;

προστατεύουν κάποιους από κάτι;

με προστατεύουν από κάποιους;

ένας σιδεράς σκυμμένος πάνω

από τις μασίφ σιδερόβεργες

απαντά στον εαυτό του

"για προστασία γενικώς"

κάποιος ιδιώτης που παρήγγειλε

κάγκελα απαντά:

"προστατεύω την ιδιοκτησία μου

από τους αρνητές της ιδιοκτησίας μου

που με την άρνηση της ιδιοκτησίας

αντιπαλεύουν την αποδοχή

ενός πολύ πιθανού ενδεχόμενου

να ανήκουν κάπου και αυτοί οι ίδιοι"

κάποιος δημόσιος υπάλληλος που παρήγγειλε

κάγκελα για την υπηρεσία του απαντά:

"υπηρετώ το κοινωνικό σύνολο προστατεύοντας το

από τους αρνητές του κοινωνικού συνόλου

που με την άρνηση του κοινωνικού συνόλου

αντιπαλεύουν την αποδοχή

μιας αναμφισβήτητης αναγκαιότητας

να ανήκουν και οι ίδιοι σε ένα κοινωνικό σύνολο"

δεν υπάρχει κάποιος άλλος

που να παραγγείλει κάγκελα

για να απαντήσει

αυτοί που παραγγέλνουν κάγκελα

είναι σίγουροι

γι αυτό ίσως τα κάγκελα απειλούν πάντα τον ουρανό

και καταλαβαίνω γιατί

αυτοί που τους αμφισβητούν

είναι τόσο λυσσασμένοι

που παραδοσιακά ξεριζώνουν τα κάγκελα

και μ' αυτά απειλούν πάντα τους παραγγελιοδόχους

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2007

Σκέψη και Πράξη

...Ποτέ. Ποτέ δεν κατάφερες να σκέφτεσαι μόνο άσπρο και μαύρο, καλούς και κακούς, θεό και διάβολο: παραδέξου πως πάντα - ακόμα κι όταν έμοιαζε να μην είναι έτσι - μέσα στο μαύρο το σπέρμα, την αντανάκλαση του αντιθέτου του: τη σκληρότητα σου, όποτε υπήρξες σκληρός, δεν τη στιγμάτισε και κάποια τρυφερότητα; Ξέρεις πως κάθε άκρο περιέχει την αντίθεση του; η σκληρότητα την τρυφερότητα, η δειλία την ανδρεία, η ζωή το θάνατο: κατά κάποιο τρόπο - σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιείς, επειδή είσαι αυτό που είσαι. από εκεί που είσαι κι έζησες ο, τι έζησες - το ξέρεις αυτό και ποτέ δεν κατάφερες να μοιάσεις σ' αυτούς που δεν το ξέρουν. Σ' ενοχλεί; Ναι, δεν είναι βολικό, είναι ενοχλητικό, θα ήταν πολύ βολικότερο να λες: εδώ είναι το καλό κι εδώ είναι το κακό. Το κακό. Εσύ δεν θα μπορέσεις ποτέ να τα διαχωρίσεις. Ίσως γιατί, όσο πιο απροστάτευτοι είμαστε, τόσο λιγότερο επιθυμούμε να χαθεί αυτή η ενδιάμεση, αμφίσημη ζώνη, ανάμεσα στο φως και τη σκιά: αυτή η ζώνη όπου μπορούμε να βρίσκουμε τη συγγνώμη. Όπου εσύ θα μπορέσεις να τη βρεις. Ποιος δεν είναι ικανός, σε μία μόνο στιγμή της ζωής του -όπως εσύ- να ενσαρκώσει ταυτόχρονα το καλό και το κακό, ν' αφήσει να τον οδηγήσουν ταυτόχρονα δύο μυστηριώδη νήματα, διαφορετικού χρώματος, που ξεκινούν από το ίδιο κουβάρι για ν' αρχίσει μετά το άσπρο νήμα ν' ανεβαίνει, το μαύρο να κατεβαίνει και, παρ' όλα αυτά, τα δυο τους να ξανασυναντηθούν στο τέλος ανάμεσα στα δάχτυλα σου; Δεν θα θέλεις να τα σκέφτεσαι όλα αυτά. Και θα μισήσεις το εγώ επειδή σου τα θυμίζει. Εσύ θα ήθελες να είσαι σαν κι αυτούς και τώρα, γέρος πια, σχεδόν το καταφέρνεις. Αλλά σχεδόν. Μόνο σχεδόν. Εσύ ο ίδιος θα εμποδίσεις τη λήθη` η γενναιότητα σου θα είναι δίδυμη αδελφή της δειλίας σου, το μίσος σου θα έχει γεννηθεί από τον έρωτα σου, όλη η ζωή σου θα έχει περικλείσει και προδιαγράψει το θάνατο σου: γιατί δεν έχεις υπάρξει ούτε καλός ούτε κακός, ούτε γενναιόδωρος ούτε εγωιστής, ούτε πιστός ούτε προδότης. Θ' αφήσεις τους άλλους να συμφωνούν για τα προτερήματα και τα ελαττώματα σου, αλλά εσύ ο ίδιος πώς θα μπορούσες ν' αρνηθείς πως κάθε σου ναι θα γίνει όχι, πως κάθε σου όχι θα γίνει ναι; Κανείς δεν θα το καταλάβει εκτός από σένα, ίσως. Ότι η ύπαρξη σου θα είναι φτιαγμένη απ' όλα τα νήματα του τελάρου, όπως οι ζωές όλων των ανθρώπων. Ότι δεν θα σου περισσέψει, ούτε και θα σου λείπει, έστω και μία ευκαιρία για να κάνεις τη ζωή σου αυτό που ήθελες. Κι αν θα είσαι ένα πράγμα, κι όχι κάποιο άλλο, θα είναι επειδή, παρ' όλα αυτά, θα πρέπει να επιλέξεις. Οι επιλογές σου δεν θα αρνηθούν τις υπόλοιπες δυνατότητες της ζωής σου, όλ' αυτά που θ' αφήνεις πίσω σου κάθε φορά που θα διαλέγεις: μόνο θα τις αποδυναμώνουν, θα τις αποδυναμώνουν σε τέτοιο βαθμό ώστε σήμερα η επιλογή σου και η μοίρα σου να είναι ένα και το αυτό: το νόμισμα δεν θα έχει πια δύο όψεις: η επιθυμία σου θα ταυτιστεί με τη μοίρα σου. Θα πεθάνεις; Δεν θα είναι η πρώτη φορά. Θα έχεις ζήσει τόση νεκρή ζωή, τόσες στιγμές που η ζωή θα εξαντλείται σε απλές χειρονομίες...

(Κάρλος Φουέντες, Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους, 1962)

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Θραύσματα γυναικών στην αρσενική αρχαιολογία του πνεύματος: κρίνε μόνος/η σου

Περίεργο πράγμα πόσο ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα έχουν οι γυναίκες. Ζουν στο δικό τους κόσμο, ένα κόσμο που ποτέ δεν υπήρξε και ούτε μπορεί να υπάρξει ποτέ. Παραείναι όμορφος, κι αν επιχειρούσαν να τον φτιάξουν στ’ αλήθεια, θα κατέρρεε πριν από το πρώτο ηλιοβασίλεμα. Κάποιο καταραμένο δεδομένο, με το οποίο εμείς οι άνδρες συμβιώνουμε θαυμάσια από καταβολής κόσμου, θα ξεπηδούσε και θα τον έκανε θρύψαλα.

(Τζ. Κόνραντ, η καρδιά του σκότους)


Γυναίκες, σας περιγράφουμε όπως μας αρέσει

κι εξοργιζόμαστε που δεν χωράτε στις περιγραφές μας

(Τ. Πατρίκιος, Θάλασσα επαγγελίας)


Τους αποκάλυψε ακόμη ότι, όταν οι ψυχές υποχρεωθούν να εμφυτευτούν σε σώματα –σε σώματα που δέχονται προσθήκες και υφίστανται απώλειες-, αρχικά θα αναγκαστούν να εξοικειωθούν με την κοινή σε όλες τις ψυχές δυνατότητα της αίσθησης που προκαλείται από βίαια ερεθίσματα` έπειτα θα έρθει ο έρωτας, ανάμικτος με ηδονή και λύπη, μετά ο φόβος και η οργή, μαζί με όσα τα συνοδεύουν και όσα είναι αντίθετα. Και αν καταφέρουν να επιβληθούν σε αυτά τα πάθη, θα ζήσουν ακολουθώντας τον σωστό δρόμο` αν όμως νικηθούν από αυτά, θα ξεστρατίσουν. Όποιος ζήσει σωστά τον χρόνο που του αναλογεί θα επιστρέψει στην έδρα του συγγενούς του άστρου και θα έχει εκεί ευτυχισμένη ζωή. Όποιος όμως αποτύχει θα μεταβληθεί με τη δεύτερη γέννηση σε γυναίκα. Αν συνεχίσει και πάλι στον κακό δρόμο, τότε, ανάλογα με το είδος της κακής του διαγωγής, θα παίρνει συνεχώς ζωικές μορφές που χαρακτηρίζονται από το ανάλογο είδος κακίας.

(Πλάτωνας, Τίμαιος, 42b)


Η Πύρρα είναι μια εταίρα, είναι μια γυναίκα, είναι η επικίνδυνη θάλασσα. Οι εραστές της είναι οι ναύτες που ταξιδεύουν στα νερά της. Η εύνοια της είναι η αύρα που φυσά ανάλαφρα, αλλά μπορεί να γυρίσει από στιγμή σε στιγμή σε άγρια θύελλα. Η Πύρρα σε όσους δεν την ξέρουν καλά γυαλίζει, όπως όταν λάμπει στον ήλιο μια άγνωστη θάλασσα και εξαπατά το νεαρό ναύτη. Οι μαύροι άνεμοι καραδοκούν ωστόσο πίσω από το ωραίο πρόσωπο της θάλασσας. Το παιδί, που ανίδεο δεν τους περιμένει, προορίζεται να γίνει θύμα ενός νέου ναυαγίου. Ο ποιητής, ναυαγός ο ίδιος κάποτε, σώθηκε ευτυχώς από μια τέτοια θύελλα.

(Σχόλιο και ερμηνεία στην 5η ωδή: Πύρρα, του Οράτιου)

Από τη Γάζα με αγάπη...