Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008
Η μικρή μου εγκυκλοπαίδεια: απαλλοτριώστε την!
Αν προσπαθήσω να αποδώσω με λίγες λέξεις τη στάση που κράτησα τότε δεν θα εξαπατηθεί λιγότερο ο αναγνώστης από μένα. Ξέρουμε πως η γλώσσα μας είναι ανίκανη ακόμα και τα είδωλα να αποκαταστήσει των σβησμένων και των αλλόκοτων καταστάσεων. Αυτό συμβαίνει σ’ όλη την έκταση αυτού του ημερολογίου αν προσπαθήσω να το κάνω μια καταγραφή εκείνου που υπήρξα, κάποτε. Αποσαφηνίζω λοιπόν την κατάσταση και λεω ότι το κείμενο αυτό χρέος έχει να σας πληροφορήσει για το ποιος είμαι σήμερα που το γράφω. Δεν αποτελεί μια αναζήτηση του περασμένου καιρού. Είναι ένα έργο τέχνης που η ματιέρα και το πρόσχημα του είναι η ζωή που έζησα παλιά. Θα είναι ένα προϊόν που έχει σταθεί ακίνητο με τη βοήθεια του παρελθόντος, το αντίθετο δεν συμβαίνει. Μάθετε λοιπόν ότι τα γεγονότα έγιναν έτσι όπως σας λεω πως έγιναν, τα ερμηνεύει όμως αυτό που είμαι σήμερα εγώ, αυτό που έχω γίνει.
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008
Σε απόσταση μόλις 16 σελίδων
"Δυστυχώς, οι άνθρωποι αποκτούν εύκολα μεγάλη παιδεία, και σε ό,τι απαιτείται μονάχα εγκέφαλος διαπρέπουν. Σε ό,τι όμως απαιτείται να μετέχουνε οι αισθήσεις, υπνώττουν. Τα αισθητήρια τους. σε κατάσταση μονίμου υποθερμίας, αδυνατούν να μετατρέψουν την πηγή του ερεθισμού σε είδωλο που καθρεπτίζεται κατ' αναλογία μέσα στο πνεύμα. Εξ ου και ο περίφημος διανοητισμός της εποχής μας που αποκόπτει ένα ένα όσα νήματα μας συνδέουν με την άμεση ζωή και μας καταδικάζει σε πείνα θερμής αγκαλιάς και αληθινών δακρύων."
Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008
Εντολή αισιοδοξίας!!!
Εντολή αισιοδοξίας! Απίθανο! Είχαμε που είχαμε τις παραδοσιακές μαλακίες των μπαλκονιών και των ανούσιων δημόσιων δηλώσεων του τίποτα, έχουμε τώρα και τις εκσυγχρονισμένες! Αρχίσαν οι αρλούμπες, μόνο που τώρα δεν τις εκσφενδονίζουν μόνον οι παντοφλοφόροι "συντηρητικοί" δημόσιοι άνδρες αλλά και οι νεόκοποι camperοφόροι μετααριστεροί.
Έμαθα λέει ότι το επιτελείο του συριζικού τσικό έχει στο θεωρητικό του οπλοστάσιο και τον Φουκώ. Επομένως, θα έχουν και οι ίδιοι την δυνατότητα να διαπιστώσουν ιδίοις σώματι την κεντρική ιδεά του Φουκώ ότι οι δομές είναι αυτές που παράγουν υποκειμενικότητα, που παράγουν ιστορία. Ανεξάρτητα από ηλικίες και ενδυματολογικές ψευτο-ιδιοτυπίες...
Η τεκμηρίωση άρχισε.
Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008
2 Φλεβάρη 2008: Οι δυο δημοκρατίες συγκρούονται...
λίγο πριν την κάθοδο στην Πανεπιστημίου και το χτύπημα της πορείας
από τους μπάτσους.
Οι δυο δημοκρατίες συγκρούονται.
Η μια δημοκρατία οριοθετείται: ο Χηνοφώτης με τα λυσσασμένα του ΜΑΤ, τα φασιστικά ασπόνδυλα, οι περί άλλων τυρβάζουσες αριστερές οργανώσεις, οι τηλεοπτικοί μαέστροι της διαστρέβλωσης, οι καναπέδες της καταβυθιζόμενης "πλειοψηφίας".
Η άλλη δημοκρατία οριοθετείται: η "αισχρή μειοψηφία", οι ανοιχτές λαϊκές συνελεύσεις, τα σωστά, τα λάθη και οι αντιφάσεις, οι πορείες, ο δρόμος, οι διάδρομοι της ΓΑΔΑ και του Ευαγγελισμού, το αίμα των συντρόφων, η απύθμενη οργή, το "πάθος για την ελευθερία που είναι δυνατότερο από όλα τα κελιά".
Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008
Δειλινά διαπιστευτήρια
Το «πού πάει ο έρωτας όταν φεύγει;»
του Tom Robins…
το «πού τριγύριζες κι έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη;»
του Οδυσσέα Ελύτη…
το «η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό»
του Νίκου Καρούζου,
το «εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ κι ας έχω χέρια»
του Ναζίμ Χικμέτ,
το «είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή»
του Κώστα Καρυωτάκη,
το «ένα πουλί πληγωμένο είναι πιο ελαφρύ;»
της Ελένης Βακαλό,
το «το αίμα κλαίει, το αίμα λέει, δεν ακούτε;»
του Πέτρου Ανταίου,
το «οι παλιές φωτογραφίες είναι σοφές, ξέρουν να εκδικούνται»
του Κλείτου Κύρου,
το «τι ελευθερία καθώς η φωνή μου ραντίζει!»
του Αλέξη Ασλάνογλου,
το «οι χωροφύλακες δεν διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα»
του Μιχάλη Κατσαρού,
το «θα με πολεμούσες ακόμη και μ’ αυτά που σου’ μαθα»
του Τίτου Πατρίκιου,
το «δεν υπήρξα παρά μια λακκούβα σκοτεινιάς»
του Τζουζέπε Ουγκαρέττι,
το «στων δικών μου σπονδύλων θα παίξω τον αυλό»
του Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι,
το «στυφά τα μονοπάτια»
του Άρθουρ Ρεμπώ,
το «πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου»
του Πωλ Ελυάρ,
το «στόμα, τέτοια αιμάτινη τομή ομορφιάς»
του Πιερ Ζαν Ζουβ,
το «δεν σε σκέφτομαι, είμαι πολύ κοντά σου»
της Ελίζαμπεθ Μπράουνινγκ,
το «είμαι ευρύς, περικλείω άφθονα»
του Ουώλτ Ουίτμαν,
το «σπίτι σου είναι η ροή σου»
του Μιγέλ Ντε Ουναμούνο,
το «καρδιά σου με παγωμένα επιμνημόσυνα μάτια»
του Ντάντε Ροσέτι,
το «η ανθρώπινη καρδιά αχόρταγος κρατήρας»
του Ουίλιαμ Μπλέηκ,
το «άξιοι εμείς της ατίμωσης, ότι αυτή μας αποξένωσε από τον ανάξιο καιρό της»
του Γιώργου Χειμωνά,…
Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2008
Immigrant punk!
«Ο ξεριζωμένος δεν θεωρεί τίποτα μόνιμο. Όμως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, βλέπει παντού έναν δρόμο. Εκεί που οι άλλοι συναντούν τείχη ή βουνά, ακόμη κι εκεί, αυτός βλέπει έναν δρόμο. Επειδή, όμως, βλέπει έναν δρόμο παντού, είναι αναγκασμένος πάντα να αφανίζει τα πράγματα στο πέρασμά του…Επειδή βλέπει δρόμους παντού, τοποθετείται πάντα στα σταυροδρόμια. Καμία στιγμή δεν μπορεί να ξέρει τι μπορεί να φέρει η επόμενη. Ό,τι υπάρχει το κατεδαφίζει, όχι χάριν της κατεδάφισης, αλλά για το δρόμο που περνάει μέσα απ’ αυτό».
“The destructive character”, Peter Demetz, 1978,
Η μετανάστευση, η προσφυγιά, ο ξεριζωμός, η φυγή, οι καταστάσεις που δοκιμάζουν τα όρια της ύπαρξης. Οι καταστάσεις που μετατρέπουν το "άβουλο θύμα" σε "δράστη", τη μοιρολατρία και τον θάνατο σε ζωή, το έρμαιο σε υποκείμενο με στόχους, προοπτικές και μια δυναμική που παράγει γεγονότα, παράγει ιστορία. Μια δυναμική που διαρκώς υπονομεύει τα σύνορα, τις πατρίδες, την παράδοση, την ηθική, το κατεστημένο, τη νομιμότητα, τον καθωσπρεπισμό. Τα υπονομεύει για να τα επαναπροσδιορίσει. Αγανάκτηση, οργή, μίσος, απελπισία, απόγνωση, απαντοχή, νοσταλγία, δύναμη από τους ξεριζωμένους. Τα καλύτερα υλικά για να γραφτεί μια ιστορία απότοκη των επιλογών του αστικού πολιτισμού...Τέλος πια με το αλαφροΐσκιωτο oriental. Θα τους συναντήσουμε στην βαριά σκιά της απελπισίας: αρχαία απειλή στις εξουσίες. Ραντεβού λοιπόν στα μητροπολιτικά οδοφράγματα του "εσωτερικού εχθρού!"
Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008
"Ίσια τους ώμους!"

Το 1932, επαναφορά της διδακτέας ύλης (τέλος των "μικτών" κλάδων, που επέτρεπαν την εκμάθηση πολλών επιστημών μέσα από την διερεύνηση του περιβάλλοντος)
Το 1936, επαναφορά των βαθμών (που είχαν καταργηθεί το Νοέμβρη του 1917)
Το 1945, νέος πειθαρχικός κανονισμός: "ίσια τους ώμους, μην καμπουριάζετε πάνω στα θρανία, σεβασμός στους καθηγητές" Το 1950, απολυτήριο. Υιοθετούνται μετάλλια για τους καλούς μαθητές!"
Δεν χρειάζονται σχόλια. Πάντα επίκαιρες οι αναλύσεις όλων εκείνων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αμφισβητούσαν τον "υπαρκτό σοσιαλισμό" ως ουσιαστικό αντίποδα των αστικών νορμών. Αλί στα κνιτάκια κάθε είδους...
Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2008
auto dafe
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008
Ενάντια στο τίποτα αυτού του κόσμου
Στον ίδιο κόσμο ζούμε, την ίδια πραγματικότητα μοιραζόμαστε. Σκέφτονται μερικοί άνθρωποι, οι πιο υποψιασμένοι ανάμεσα στους ανυποψίαστους, -πέρα από την οργή, την αντίδραση και την εκτόνωση- τι σόι θλίψη και μαυρίλα είναι αυτή που χαρακτηρίζει τον αντιεξουστικό λόγο. Αν προσπεράσουμε την σαφήνεια της «προπαγάνδας της δράσης», δραματικές διατυπώσεις, επικό ύφος, πολεμικές διακηρύξεις, επηρμένες αναλύσεις σε συνδυασμό με έντονα συναισθηματικό ρομαντισμό, θολή μεταφυσική και επιθετικό μηδενισμό, διαμορφώνουν ένα δύσκολο πεδίο πνευματικής νομής, οικειοποίησης και κοινωνικής αποδοχής.
Για εκείνους που αγνοούν το συλλογικό και ατομικό πολιτικό υπόβαθρο της «προπαγάνδας της δράσης», τις ζυμώσεις των συνελεύσεων, τις εντάσεις των συλλογικών αναζητήσεων, τις κοινοτικές διαδικασίες, τον πολιτικό συναισθηματισμό που εκβάλλει σε μια ζωογόνα συναίνεση, την διαλογική εκμαίευση στοχεύσεων και δράσεων, για όλους εκείνους που δεν μπορούν να κατανοήσουν το περιεχόμενο είναι φυσικό να μην μπορέσουν να κατανοήσουν και τη μορφή.
Ο αντιεξουσιαστικός λόγος (και τον διακρίνω από τον αναρχικό ως ένα ανοιχτό και διευρυμένο θεωρητικό πεδίο ανάλυσης της εξουσίας που πραγματεύεται τις κοινωνικές σχέσεις χωρίς να επικεντρώνει στην κρατική οργάνωση της εξουσίας) είναι αυτός που θα αναλύσει την εξουσία και όχι απλώς την εκμετάλλευση. Τη στιγμή που η αριστερά κάνει πολιτικές ασκήσεις στη βάση της κεντρικότητας της εργασίας αντιμετωπίζοντας την κοινωνική δόμηση με το φασματικό βλέμμα του παραδοσιακού διαφωτισμού, οι αντιεξουσιαστές είναι αυτοί που θα μιλήσουν για τους θεσμούς του πολιτισμού αμφισβητώντας τον στο σύνολό του, ξεπερνώντας τον ίδιο τον διαφωτισμό. Και είναι γεγονός ότι όσοι αναλύουν τις σχέσεις εξουσίας στην οικογένεια, το σχολείο, τον στρατό, τις φυλακές, τα ψυχιατρεία, τις εμπορευματικές σχέσεις, την αλλοτρίωση, πεδία τα οποία η αριστεροί θεωρούν αυτονόητα παρεπόμενα των αντιθέσεων κεφαλαίου και εργασίας και ως εκ τούτου δεν τους απασχολούν ούτε στο ελάχιστο, όσοι λοιπόν αναλύουν αυτές τις σχέσεις σε καθημερινό επίπεδο δεν μπορούν να μην μοιράζονται την βαρύτητα των κοινωνικών τους συνεπειών. Καταπίεση, δυστυχία, μιζέρια, μοναξιά, κατάθλιψη, αυτοκτονίες, δολοφονίες, κακοποιήσεις, βασανιστήρια, καταστάσεις με τις οποίες συνδιαλέγεσαι, καταστάσεις που πρέπει να μελετηθούν για να βρεθούν τα περάσματα για το ξεπέρασμά τους. Τα προσωπικά περάσματα πρέπει να γίνουν κοινωνικά και πολιτικά περάσματα προς την ελευθερία. Επίπονη διαδικασία που δεν μπορεί παρά να διατρέχει το ύφος –και όχι την ουσία- του αντιεξουσιατικού λόγου. Η δραματικότητα της κατάστασης είναι δεδομένη όταν κινείσαι στα όρια των θεσμίσεων ακόμη κι όταν μηχανεύεσαι την εκτροπή τους. Δραματικότητα, θλίψη, λοιπόν αλλά όχι μιζέρια. Το αντίθετο: γονιμότητα.
Δημιουργία χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς μεσσιανισμούς. Ανατροπή χωρίς αναβολές.
Καταλαβαίνεις; Εξ ου και η επιθετικότητα για το ξεπέρασμα, ο διαφωτισμός που μεταβολίζεται με δυνάμεις του ρομαντισμού, ο μηδενισμός που καγχάζει τις αστικές αξίες, η θολή μεταφυσική που εκνευρίζει τον δογματισμό του διαλεκτικού υλισμού, η έπαρση της απελπισίας, ο πόλεμος της ευαισθησίας ενάντια στο τίποτα αυτού του κόσμου.
Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008
Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2007
Ἀπροσδιόριστη χρονολογία
Αὐτὴ ἡ μέρα πέρασε χωρὶς καμιὰν ἀπόχρωση
Τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες μέρες
(Ἴσως ἡ ἀπαρχὴ ὁμοίων ἡμερῶν)
ἔσβησεν ἔτσι ἀνάλαφρα ὅπως ᾖρθε
χωρὶς νὰ παιχνιδίσει ὁ ἥλιος στὰ κλαδιὰ
Τράβηξε τὶς κουρτίνες της μὲ διάκρισην ἡ νύχτα.
Μιὰ μέρα τόσο διάφορη ἀπ᾿ τὶς ἄλλες
Χωρὶς τὰ σύμβολα τοῦ «πλήν» καὶ τοῦ «σὺν»
π᾿ αὐλακώνουν τὴ σκέψη
Χωρὶς νὰ βαραίνει κἂν τὴ ζυγαριὰ τῆς μνήμης
Πὲς σὰ μιὰ σαπουνόφουσκα ποὺ τρυπήσαμε μὲ τὴν καρφίτσα
Σὰν τὸν καπνὸ τσιγάρου χωρὶς ἄρωμα.
Ἔτσι ἔπεσε ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ καλαντάρι
Δίχως τὸν παραμικρότερο ἦχο
(Χάθηκε καὶ δὲν ψάξαμε νὰ τὸ βροῦμε)
Ἔμεινε τὸ συρτάρι μας ὅπως τὸ ἀφήσαμε.
Ἴσως -λές- πὼς δὲν ἤτανε κἂν μία μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν ἀρνητικὰ οἱ ἀριθμοὶ
Τὸ ρολόι γυρισμένο ἕνα ἀκόμη εἰκοσιτετράωρο
-Λές- πῶς περάσαμε ἀσυνείδητα τὰ μεσάνυχτα
Ἕναν ὁλόισιο ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο.
M. Αναγνωστάκης
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2007
Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2007
Αγαπητέ μου Εμμανουήλ...
Σας γράφω δια πρώτην φοράν μετά σφοδρής επιθειμίας δικής μου αλλά και της καλής μου Δωροθέας. Είμεθα καλά εις την υγείαν μας και το αυτό επιθειμούμε και δι εσας. Αι ορθογραφικαί μου δυνατότητες είναι περιορισμέναι και εκλιπαρώ δια την συγχώρεσή σας. Έλαβα τις ελιές και το λάδι που μουστείλατε και σας αποστέλω τις καλύτερες ευχές μου.
περνούμε τον καιρόν μας όσο καλύτερα εμπορούμε αν και αυτό καταντάει δύσκολον πίνομεν κανέναν καφέ, τρώμε κανένα παϊδάκι, ακούμε τα άσματα ενός τροβαδούρου μας που ίσως έχετε ακουστά (NEILιάδης YOUNGόπουλος), ε ακούμε και ολίγον 9,61 δια την καθημερινήν μας ενημέρωσιν. Η ζωή εδώ στην επαρχίαν είναι παράξενη και ολίγον δύσκολη αλλά πληροφορούμαι παρά της Δωροθέας ότι στας Αθήνας είναι χειρότερη (μπας και στερείστε τα παϊδάκια;) Σας διακόπτω τώρα την συγγραφήν των απόψεών μου περί του κοινωνικού μετασχηματισμού και τιν επίρεια του σταρχιδικού εναλλακτισμού σ' αυτόν (αυτόν στην πρώτη γραμμή) όχι μόνο "καλύτερα να έχεις δικό σου αυτοκίνητο παρά δικές σου απόψεις" αλλά σε δέκα λεπτά της ώρας το αξιολάτρευτο πλάσμα που αυτοχαρακηρίζεται ως δώρον του θεού θα μπορεί να με επικαλεί στησιματία. Δηλαδή θα μου ειπεί "Μανώλη με έστησες".
φαντάζεστε τη ζημία δύναται να προκαλέσει η δημόσια τεκμηριωμένη παραπάνω παρατήρηση εις το κοινωνικοπολιτικό μου προτσές; Επιφυλάσσομαι να συνεχίσω εις τακτόν χρονικό διάστημα.
Το πλήρωμα του χρόνου (όλοι λαθρεπιβάται) με ξανάφερε μπροστά σ' αυτό το φύλλο. καλά να περνάτε εκεί πάνω. Και αν εκεί "η νύχτα είναι ολόφωτη κι η μέρα σκοτώνει" κατέβα μια βόλτα προς τα δω.
Τίποτα άλλο
Τίποτα διαφορετικό
Τίποτα το ίδιο
Ρόδος 14.1.1993
Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007
Στον ήλιο του Φλέτσερ...
Ο πλοίαρχος Φλέτσερ
Ο Γερμανός εμποροπλοίαρχος Χένρυ Φλέτσερ
εξόκειλε στον Ματαπά με το φορτηγό «Σχελδ»,
γιατί λόγω ομίχλης δεν μπόρεσε να κατεβάσει τον ήλιο με τον Εξάντα.
Τρελάθηκε και πέθανε στον Πειραιά από ηλίαση.
Ο πλοίαρχος Φλέτσερ έριξε τον «σχελδ» στον Ματαπά
Μια μέρα που των θαλασσών πάλευαν τα στοιχεία
Γιατί ήλιος δεν φαινότανε το στίγμα του να βρει
Ούτε μπορούσε απ’ τις στεριές να πάρει αντιστοιχία
Κι αυτό στο μέρος που έπεσεν εσφήνωσε βαθιά
Τόσο που οι βράχοι οι μυτεροί μεμιάς το καταστρέψαν
Μα τίποτ’ απ’ το πλήρωμα δεν έπαθε κανείς
Κι όλοι με κάποιο ρυμουλκό στον Πειραιά επιστρέψαν
Σε λίγες μέρες φύγανε, τρισάθλιοι ναυαγοί
Μια μελαγχολική, στυγνά θλιμμένη συνοδεία
Κι έμεινε ο Φλέτσερ μοναχά, ζητώντας στο πιοτό
Την πίκρα του στα βρωμερά να πνίξει καφωδεία
Κοντός με το πηλήκιο του το γείσο το χρυσό,
Και με τα τέσσερα χρυσά γαλόνια του τ’ αστέρια
Έμπαινε μόλις άρχιζε ν’ απλώνει η νυχτιά
Και την αυγήν αναίσθητο τον βγάζανε στα χέρια
Μα τα γαλόνια ξέφτισαν και σκίστηκ’ η στολή
Τα ωραία του ρούχα επούλησε την πέτσινή του τσάντα
Κι ένα εργαλείο εκράτησε μοναχά, ναυτικό,
Τ’ όργανο εκείνο που μετράν τον ήλιο, τον εξάντα
Η στενοχώρια και το αλκοόλ δουλεύοντας σιγά
Μέρα τη μέρα σ’ ένα χαίνον χάσμα τον ωθούσαν
Τρελάθηκε. Τον πείραζαν στους δρόμους τα παιδιά
Κι οι ψείρες πάνω στα ξανθά του γένια περπατούσαν
Όταν ο ήλιος φλόγιζε τον αττικό ουρανό
Αυτός με τον εξάντα του στο χέρι εξεκινούσε
Το ύψος του γοργά υπολόγιζε σε μια μαούνα ορθός
Κι ύστερα αισχρά μουντζώνοντας τον ήλιο, εβλαστημούσε
Μα κάποια μέρα βλέποντας με τ’ όργανο ψηλά
Έφυγε για το σκοτεινό λιμάνι του θανάτου
Ενώ σιγά σαν πάντοτε, φαιδρός και φλογερός
Ο ήλιος την κανονική διέσχιζε τροχιά του.
Ν. Καββαδίας, Μαραμπού, 1933
Ένας φίλος έλεγε τις προάλλες, ότι ακόμη και στο χωριό του βρίζουν τους αναρχικούς, ακόμη κι εκεί, τόσο μακριά, στις πλαγιές ενός απόμακρου βουνού... Θα πεις, ότι ακόμη κι εκεί φτάνουν οι εικόνες της τηλεόρασης, εικόνες που δεν χρειάζονται να διαθλάσουν την πραγματικότητά μας, μια και η διάθλαση προϋποθέτει και κάποια σχέση με τηνσυγκεκριμένη πραγματικότητα. Οι μακρινοί χωρικοί δεν γνωρίζουν. Ο Φλέτσερ δεν είναι απαραίτητο να γνώριζε τα λιμάνια ούτε τους ανθρώπους τους. Έπρεπε απλά να φτάσει εκεί, επειδή λάτρευε το ίδιο το ταξίδι μέχρι τον προορισμό του. Οι άνθρωποι των λιμανιών ήταν η κορνίζα του ταξιδιού του. Ήταν ο χαμένος του χρόνος. Ένας χρόνος χωρίς ταξίδι ήταν το δικό του τίποτα.
Οι χωρικοί είναι πιθανόν να πεθάνουν χωρίς να γνωρίσουν τίποτε από έναν άλλο λόγο για την ελευθερία, τίποτε ίσως από μια πλευρά της δικής τους ελευθερίας, να μην γνωρίσουν την πραγματικότητα πέρα από τις «επιστημονικά» διαθλώμενες εικόνες των οθόνων. Οι αναρχικοί θα παραμείνουν απειλητικές και θορυβώδεις σκιές μέσα σε ένα κουτί, στο οποίο οι χωρικοί δεν πρόκειται να αντιπούν ποτέ τίποτε.
Ίσως οι αναρχικοί –συντροφιά με την θορυβώδη εικονική τους σκιά- εντέλει μοιάζουν να λατρεύουν όλο το ταξίδι μέχρι τον προορισμό. Ο πλοίαρχος Φλέτσερ χάθηκε στην ομίχλη, τα εργαλεία του δεν κατέβασαν τον ήλιο όπως απαιτούσε το ταξίδι, και εξόκειλε, χωρίς ευτυχώς το πλήρωμα να χάσει τίποτε περισσότερ, πέρα από την αξιοπρέπειά του, κι αυτό για λίγο. Αυτός έχασε τον προορισμό του. Δεν τελείωσε ποτέ το ταξίδι όπως αυτός ήθελε. Οι αναρχικοί περιφρονώντας την διαθλώμενη εικόνα τους, μέσα στην ομίχλη των προθέσεων, χάνουν τη σκιά τους μαζί με τον ήλιο της πιο σκληρής πραγματικότητας. Τα διαδικαστικά εργαλεία δεν βοηθάν το ταξίδι και ο χρόνος στην αδημονούσα ξέρα (οι φάροι ανήκουν στην κυριαρχία) μαζί με την αξιοπρέπεια διαπραγματεύεται και μικρές προσωπικές ελευθερίες. Ο Φλέτσερ τρελαίνεται αργά και σταθερά στον προορισμό του ανολοκλήρωτου ταξιδιού. Οι άνθρωποι του λιμανιού δεν μπορούν να κάνουν τίποτε γι’ αυτόν. Πεθαίνει με τα εργαλεία του βρίζοντας τον ήλιο. Πεθαίνει από τον ήλιο.
Τουλάχιστον ο Φλέτσερ πέθανε συνεπής στο ταξίδι. Όσον αφορά μερικούς αναρχικούς του παρελθόντος, μετά την «ξέρα», στην συντριπτική τους πλειονότητα ούτε τρελάθηκαν, ούτε κράτησαν αυτό το αδικαίωτο εργαλείο, ούτε φυσικά και πέθαναν. Περιφέρουν την απλή τυπική λογική και κανείς δεν γνωρίζει αν στην τσάντα τους κουβαλάνε και την απόγνωση. Για μας, που έχουμε μπαρκάρει κι είμαστε στη μέση του ταξιδιού, ας μην αφήνουμε τίποτα ατιμώρητο από αδιαφορία, ας εφευρίσκουμε διαρκώς καινούργια εργαλεία στη διαδρομή, ας ξεκαθαρίζουμε επί τόπου τις ομιχλώδεις προθέσεις και ας υποκλινόμαστε στις μικρές ελευθερίες των ανθρώπων του κάθε μας προορισμού.
Για να μην περιφέρουμε ένα οδυνηρό «γαμώτο» μέχρι να μας εξοντώσει ένας ενδεχόμενος ήλιος της πιο σκληρής πραγματικότητας.
Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2007
Όταν ανατέλλει πρόσφυγες
Ταξίδι στα συνώνυμα
ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΩΝ, ΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ
πάντα αγέλαστοι,
όταν κοιμούνται αγριεύονται,
με το βλέμμα των “αγράμματων”,
εξουθενωμένων από την αγωνία και την ανάγκη,
με τον άνεμο της δυστυχίας και το θρόισμα της απόγνωσης,
και την απορία, την αμηχανία,
μια θλίψη σα θυμός που ασφυκτιά,
ξεπεσμός χωρίς ντροπή,
την ντροπή την έπνιξε η ταλαιπωρία,
όλα ακροβατούν πάνω στον τεντωμένο φόβο,
στη φρίκη που πρέπει να μείνει πίσω,
μπούχτισμα από τις απώλειες,
οι βιαστικοί αποχωρισμοί που τρυπώσαν στα όνειρα,
φθόνος για την ατυχία,
και ένα δάκρυ πάντα διαθέσιμο,
η ακατάληπτη ευγένεια των εκτεθειμένων,
η ελπίδα πεθαίνει πάντοτε πρώτη,
έρημοι,
αλλά ίσως ζωντανοί σε μια μετά θάνατον ζωή,
καρτερούν το άγνωστο,
με τη μνήμη στην κόλαση,
και τα κότσια στο μέλλον,
ψηλαφούν με κρυμμένη περηφάνια
τον μονόδρομο της ξενιτιάς,
παραβαίνοντας με νηφάλιο θράσος,
ψάχνοντας τις προσδοκίες,
έχουν ήδη χάσει
ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΑΞΗΣ
της ψύχραιμης λεηλασίας,
με διωγμούς, βομβαρδισμούς, βασανιστήρια, θρήνους, πείνα,
γνωρίζουν το ρήμα εγκαταλείπω,
ανάμεσα σε συμφορές και συντρίμμια,
σε κάποια ανατολή της απόφασης,
με οδοιπορία έως το πέρασμα,
ή με τη θάλασσα, να αποπλέουν από μια αποβάθρα,
στην απαραίτητη μεσόγειο,
με τα ναύλα των δούλων στο χέρι,
με τον προορισμό τους στα χέρια του έμπορου και της τύχης,
λέμβος, λιμάνι, νύχτα, ξεφεύγω, πλοιάριο, σωσίβιο, βουλιάζω, πνιγμός ή γλιτώνω, σώζομαι, φυγή,
αποβιβάζομαι γυμνός,
έσχατοι χωρίς κραυγές στην ησυχία των συνόρων,
κρυμμένοι,
σε μάταιο καταφύγιο,
και την αγριάδα των κυνηγημένων
ΟΙ ΑΚΤΕΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΠΟΛΩΝ
ξανά στις όχθες της αδικίας,
στην πολιτισμένη ευγένεια της απαξίας,
στον περίφρακτο κι ακατ-ανόητο αποκλεισμό,
στην φτωχή γλώσσα της αποξένωσης,
στην παθογένεια της δημοκρατίας
ΣΤΟΝ ΒΑΡΕΤΟ ΜΟΝΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΝΤΟΠΙΑΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ
να ένα νέο πρόσωπο των άλλων,
με τους κανόνες τους να είναι αντικανονικοί,
τουλάχιστον ενοχλητικοί με το εκβιαστικό πρόβλημα τους,
αταίριαστοι με την ομοιογένεια των εθίμων,
διαφορετικοί από μας ακόμη και στην άκρη της θλίψη τους,
ένα ζήτημα που πρέπει να λύσουν οι αρμόδιοι,
ένα θήραμα για τις Αρχές,
κατώτεροι αφού μπορούμε και τους κρίνουμε,
μια ανεπιθύμητη μαρτυρία,
ένα μηδέν που κατάφερε να αποδράσει από το τίποτα,
οι χειρότεροι ξένοι χωρίς διαπιστευτήρια,
αντικείμενα που διεκδικούν την αξόδευτη περιφρόνηση,
πρόθυμοι σκλάβοι που δεν τους ζήτησε κανείς,
για την εξουσιαστική πραγματικότητα ο πρόσφυγας είναι ο ΕΣΧΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ο ΕΣΧΑΤΟΣ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΣ
ΣΤΟΝ ΒΑΡΕΤΟ ΜΟΝΟΛΟΓΟ ΤΩΝ ΝΤΟΠΙΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΩΝ
το μεγάλο πρόσχημα της ανθρωπιστικής βοήθειας,
γι’ αυτούς που είναι αντίκρυ,
για τον ορισμό του αξιοθρήνητου,
ένα αποκρουστικό χάδι για τους άπορους,
αφήνοντας άθικτο τον πολιτισμό της διάκρισης,
τον καθησυχασμό της ελεημοσύνης,
διαιωνίζοντας τις παράλληλες μοίρες,
γέρνοντας το “μεγαλείο” τους προς τους φουκαράδες
ΓΕΛΙΑ ΑΠΟ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑΤΑ
πώς καταφέρνουν οι κολασμένοι τη διέλευση των συνόρων;
έλεγχοι που παλινδρομούν ανάμεσα στην αυστηρότητα και την ανυπαρξία,
με την αστυνομία να παίρνει τα ποσοστά της,
και να στέλνει με το άλλο της πρόσωπο στο αυτόφωρο
με ύφος αναπόφευκτης απέλασης,
υπάλληλοι γελάν μπροστά στα δικαιολογητικά,
στις αιτήσεις ασύλου,
μπροστά στους δέσμιους,
γέλια από συρματοπλέγματα,
έγκλειστοι πρόσφυγες,
εκλιπαρώντας φαντάσματα δικηγόρων,
εθνικότητα με νοήματα,
υπηκοότητα για να είσαι κάπου υπήκοος
ροζ κάρτα στην καλύτερη,
μια ροζ παράταση του λαθραίου,
η καταστολή δεν έχει εθνικότητα, έχει μόνο χειρονομίες,
κάποιος ξενώνας ή παράπηγμα,
ένας περιορισμός χωρίς προθεσμία,
ουρά για κάποιο συσσίτιο,
ψυχρότητα λέξη σε όλες τις κλίσεις
θα μπορούσε να είναι ένα ατελείωτο
ΤΕΛΟΣ για τους πρόσφυγες
αν δεν υπήρχε ένα ακόμη συνώνυμο στη γλώσσα μας που ασφυκτιά μαζί με την ελευθερία και την αξιοπρέπεια
ενάντια στην ύβρι της εξουσίας
Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007
Θα πρέπει...
για να μη σε καταβάλει
η σύμπραξη των κινδύνων,
να φανταστείς
για να μη σε εκμηδενίσει
η απλή μαντεία,
να επιθυμήσεις
για να μη σε καταβροχθίσει
ο ιστός του αβέβαιου.
Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007
τα ασύμβατα όρια μεταξύ της καταγραφής της πραγματικότητας και του ξεπεράσματός της
Για την κάθε Μη Κυβερνητική Οργάνωση: Η επιτυχής δηκτικότητα στην καταγραφή της αιχμηρής πραγματικότητας δεν αντιστοιχεί επουδενί στην -τελικά- χλιαρή και ανούσια κοινωνική προταγματική της υποτιθέμενης ανατροπής της. Κάθε φορά αυτό που θα διακυβεύεται θα είναι η δικαιολογημένη -και ιστορικά επιβεβαιωμένη- κοινωνική προκατάληψη ότι κάτι παίζεται πίσω από τις Μη Κυβερνητικές Ευαισθησίες. Κι αυτό είναι τελικά χειρότερο από αυτό που υποτίθεται ότι οι ΜΚΟ θέλουν να πολεμήσουν: γιατί δεν υστερούν σε χυδαιότητα...
Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007
καφέδες, τσιγάρα, χειμωνιάτικο πρωί
καφές και τσιγάρα, το ένα μετά το άλλο, οι γιαγιάδες λένε να προσέχεις τις μέρες του χειμώνα που έχει ξαστεριά γιατί κατεβάζουν κρύο, οι παγκόσμιες κυριακές έχουν πάντα κάτι από την κούρα της εβραϊκής παράδοσης, μοναξιάρης πρέπει να γίνεσαι για να περάσεις από τις καταναλώσεις παρουσίας στην αξιοποίηση τους, και οι περισσότερες στιγμές της μοναξιάς ανήκουν στην θλίψη, που εμφανίζεται λες απ’ το παράθυρο σαν απρόσκλητος επισκέπτης και σαν στο δικό της χώρο κυριαρχεί στις σκέψεις, στις μουσικές, στις στιγμές που πας προς το παράθυρο και κοιτάζεις έξω, κοιτάζεις έξω σαν να αναζητάς κάποιο έρεισμα της πραγματικότητας για να ακολουθήσεις το νήμα του, να το βάλεις μέσα σου, πολλές φορές για να κοροϊδέψεις τις εικόνες και τις λέξεις που χωρίς να μιλάει η θλίψη απλώνει σαν άσπρο σεντόνι στο δωμάτιο, που πέφτει από ψηλά, κυματίζει και σε τυλίγει, είναι κάποιες λέξεις δικών σου ανθρώπων που νιώθεις ότι δεν σε κατάλαβαν, ότι δεν τους κατάλαβες, είναι το άπειρο αίμα που χύνεται άσκοπα και άφθονο σε αυθεντικούς πολέμους, μπορεί κοντά, μπορεί και χιλιόμετρα μακριά, δεν έχει σημασία, σημασία έχουν συνήθως τα πράγματα ως εκεί που φτάνει το μάτι ή το χέρι ή οι μυρωδιές, κι αν σκεφτούμε τι συμβαίνει τώρα που κοιτάμε έξω από το παράθυρο τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή, ίσως η τελευταία αναλαμπή ζωής στα μάτια κάποιου «συνανθρώπου», το κλάμα ενός βιασμού, τα βήματα σε ένα κελί, το χάσιμο ενός τριτοκοσμικού σε μια ερημιά που με το μπιτόνι στο χέρι αναζητάει λίγο νερό, για να τραβήξουμε την κουρτίνα, να κλείσουμε το φως απ’ έξω, να κάτσουμε απέναντι στη θλίψη με ψηλά το κεφάλι, τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε για να μην τρελαθούμε, έχουμε επίγνωση των ορίων μας, είμαστε γαμημένα θνητοί, κι είναι μαλακία αυτό που λέγαν κάποιοι πρόγονοι, ότι οι θνητοί δεν έχουν όρια, ότι όρια έχουν μόνο οι θεοί, γιατί τι θα απαντούσαν στη θλίψη τους, καθώς άπλωνε το σεντόνι της στο δικό τους δωμάτιο, λοιπόν κάνουμε ότι μπορούμε; κάνουμε ότι μπορούμε; δεν μπορούμε να κάνουμε ότι μπορούμε, μπορούμε, θέλουμε, γαμημένα ρήματα, γαμημένο πρώτο πληθυντικό, εντάξει, δεν έχουμε και πολλά περιθώρια, αλλά τώρα το αίμα τρέχει τραγικά μαύρο, παρακάμπτει τη δικαιοσύνη των Δικαστηρίων, κυλάει εκεί που περπατάμε καθημερινά, πολύ κοντά, και συνεχίζουμε λοιπόν, τι μπορούμε να κάνουμε για να μην τρελαθούμε, τρέχουμε ολημερίς συμβιβάζοντας τις αντιφάσεις της θνητότητας μας, επωμισμένοι μιαν γεμάτη με τους ίδιους συμβιβασμούς ιστορία, χωρίς σχεδόν καμιά βοήθεια, σχεδόν μόνοι, παίρνουν γνωστοί τηλέφωνο για να τους δούμε, λέμε «τρέχουμε», τρέχουμε για να είμαστε αξιοπρεπείς απέναντι στη θλίψη μας, για να μην τρελαθούμε, να κάνουμε ότι μπορούμε, και μας τρελαίνει ακόμη περισσότερο γιατί ο αέρας γίνεται όλο και πιο βαρύς και λίγος, στριμωχνόμαστε, κι αυτοί που ρυθμίζουν τον αέρα μας, αυτοί που βιάζουν κι εξοντώνουν, αυτοί που χλευάζουν, βάζουν τις λέξεις τους στα στόματα των δικών μας ανθρώπων, έτσι μας ρυθμίζουν τον αέρα, κι ετοιμάζουν τους θαλάμους με τα κάγκελα για να σωθούν από την τρέλα μας, γιατί μόνο τον αέρα μας μπορούν να περιορίσουν, δεν μπορούν να καταλάβουν τον διάλογο μας με τη θλίψη, κι εμείς προσπαθούμε να κάνουμε ότι μπορούμε μέχρι τουλάχιστον τη σφαίρα της εμπειρίας μας, να απαντήσουμε, να τους ξεφύγουμε, να τους πονέσουμε απλά ίσως και μόνο υπάρχοντας, έχουμε να αντιμετωπίσουμε σχεδόν όλα τα μέτωπα στη σφαίρα της θνητότητας μας, είμαστε σχεδόν μόνοι, κανείς δεν μας κρατάει το χέρι, και σκεφτόμαστε πως απαντάνε οι άλλοι άνθρωποι στη θλίψη τους, κι αν δεν την νιώθουνε τι την έχουνε κάνει, πού την στείλανε, πώς γλιτώνουνε την τρέλα, και καταλαβαίνουμε ότι μόνο προνομιούχοι δεν είμαστε απέναντι τους, γιατί δεν είμαστε μόνο θλίψη, αλλά η θλίψη είναι ένα μόνιμο χρώμα στην παλέτα της ζωής μας, στα ηλιοβασιλέματα, στις σιωπηλές στιγμές στο κρεβάτι του έρωτα, στις κραυγές χαράς όταν στη θέα ενός άγριου ποταμού μας κόβεται η ανάσα, λοιπόν κάνουμε ότι μπορούμε, και άραγε να το γράφω συνέχεια γιατί δεν πείθομαι ούτε εγώ ο ίδιος; έτσι κι αλλιώς κανείς δεν τελειώνει την ύπαρξη του εκεί που τελειώνει το δέρμα του, απαντήστε και για μένα λοιπόν, κάνουμε ότι μπορούμε, χειμωνιάτικο πρωί, καφές και τσιγάρα και μια θλίψη που θέλω να την γονιμοποιήσω, να γίνει γόνιμη κι ας γεννήσει αυτό που φοβάμαι, ας γεννήσει την ίδια την τρέλα, την τρέλα, με νιώθετε, με νιώθετε...με νιώθετε; Κάπου τόσο συγκεκριμένη είναι η αλληλεγγύη.